Η Καταιγίδα

ΚαταιγίδαΑπό τις αρχές της εβδομάδας το έλεγαν στις ειδήσεις ότι θα βρέξει. Καταιγίδες, πιθανόν ισχυρές σε κάποιες περιοχές, μάλλον σύντομες, καλοκαιρινού χαρακτήρα και μία ελαφριά πτώση της θερμοκρασίας. Να είμαι ειλικρινής δε τους πίστεψα. Όλο έτσι λένε και ποτέ δε πέφτουν μέσα. Κρίμα τους δορυφόρους δηλαδή που σουλατσάρουν στη δορυφόσφαιρα, τα στατιστικά και τα καιρικά μοντέλα. Τέλος πάντων, ουδείς τέλειος. Έτσι λοιπόν, σηκώθηκα το πρωί στην ώρα μου, κάπου μεταξύ 6:15 με 6:30 όπως πάντα δηλαδή, ξυρίστηκα, πήρα το πρωινό μου και έφτασα στην πόρτα. Σκέφτηκα να πάρω την ομπρέλα μου, αλλά λέω… μέσα στον Ιούλιο με τη μαύρη ομπρέλα… κάτι δε μου ταίριαζε, οπότε την παράτησα στη θέση της και ξεκίνησα για τη δουλειά.

Στο γραφείο, αναφορές κάθε είδους, αποστολή και παραλαβή ηλεκτρονικών μηνυμάτων, μια γρήγορη ματιά έξω από το παράθυρο στον ουρανό που σκοτείνιαζε αργά και σταθερά, τηλεφωνήματα, πέρασμα από το γραφείο ενός συναδέλφου, κλήση στο κινητό, όλο και σκοτείνιαζε λες να πέσουν μέσα σήμερα, διάλειμμα για να τσιμπήσω κάτι, βιντεοκλήση και… για κοίτα πήγε τέσσερις. Οταν κάθεσαι, η ώρα δε λέει να περάσει και όταν έχεις τόσα να κάνεις, ο χρόνος κυλάει σα μπάλα. Το οχτάωρο και κάτι περίσσια, μόλις είχε συμπληρωθεί αισίως και σήμερα, παραγωγικό και γεμάτο.

Αρχισα λοιπόν να ετοιμάζομαι και καθώς δίπλωνα το φορητό υπολογιστή για να τον βάλω στη τσάντα του, σα να άκουσα μία βροντή από μακριά… Σταμάτησα, αφουγκράστηκα για δευτερόλεπτα και ξανάκουσα άλλη μία. Ξαφνικά, η όλη σκηνή μου θύμισε κυνήγι. Κάπου εκεί μέσα στο δάσος, ένας ήχος. Αμέσως σε κάνει να σταματήσεις ακόμα και να αναπνέεις, προκειμένου να αντιληφθείς από που ήρθε και τι ήταν. Είχα ξαναζήσει αυτή τη στιγμή τόσες φορές και το ίδιο μόλις μου είχε συμβεί, αλλά αντί για το αγαπημένο μου δίκαννο, κρατούσα τώρα μία τσάντα φορητού υπολογιστή και αντί του απέραντου πανέμορφου δάσους, είχα τώρα μπροστά μου το γραφείο με το αλουμινένιο κάδρο ενός παραθύρου, που είχε θέα έναν καταπράσινο λόφο. Απογοήτευση. Ωρα να πηγαίνω είπα, όσο ακόμα προλαβαίνω.

Μπήκα στο αυτοκίνητο και πήρα το δρόμο της επιστροφής χωρίς να σταματάω να κοιτάω τακτικά τον ουρανό που όλο και αγρίευε. Ηλπιζα να φτάσω σπίτι πριν αρχίσει η καταιγίδα, μια που… η μαύρη ομπρέλα το πρωί δε μου ταίριαζε με τον Ιούλιο, αλλά ομολογουμένως τώρα ταίριαζε μια χαρά στην επερχόμενη καταιγίδα. Με το που πάρκαρα, μερικές χοντρές ψιχάλες χτύπησαν δυνατά το τζάμι του αυτοκινήτου. Είχα αργήσει…

Τότε ήταν που τα ξερόφυλλα άρχισαν να στροβιλίζονται… Aρχικά στη γη και αμέσως μετά στον αέρα, χορεύοντας στις ριπές του ανέμου. Τα δέντρα, με τα ανθισμένα καταπράσινα φύλλα τους πηγαινοέρχονταν ομόρυθμα, ταυτόχρονα, λυγίζοντας επικίνδυνα τους λεπτούς κορμούς τους. Ο αέρας σφύριζε μέσα από μικρά περάσματα και ο κόσμος έτρεχε να βρει απάγκιο. Τα ψηλωμένα λευκά σύννεφα κρύφτηκαν πἀνω από τα μαύρα που είχαν καταφτάσει γοργά γεμάτα βροχή και στο βάθος, ο ορίζοντας είχε μπλεδίσει, σημάδι ότι κάπου εκεί, ήδη είχε ξεκινήσει η καταιγίδα. Τα αστραπόβροντα τώρα είχαν πυκνώσει και οι ψιχάλες είχαν αντρειώσει. Ο ρυθμός τους όλο και δυνάμωνε και το νερό γέμιζε πλέον πλατιά τις άκρες του δρόμου, βρέχοντας τα καλοκαιρινά σανδάλια και τα πάνινα δροσερά παπούτσια που πάσχιζαν να τα διασχίσουν. Οι υαλοκαθαριστήρες των αυτοκινήτων δε προλάβαιναν να απομακρύνουν το νερό από τα τζάμια και η πόλη ζούσε μία μικρή αναστάτωση.

Βλέποντας όλα αυτά γύρω μου, αποφάσισα να μείνω στο αυτοκίνητο. Αργοπορημένος μεν ως προς την έναρξη της καλοκαιρινής καταιγίδας, αλλά στεγνός δε παρατηρητής του υγρού φαινομένου και των επιπτώσεών του. Και τότε ήταν που σκέφτηκα και πάλι το δάσος. Οι πρώτες χοντρές ψιχάλες να πέφτουν στο καλοκαιρινό, πάντα διψασμένο έδαφος, αναδύοντας μοσχοβολιές σαν από καλό κόκκινο κρασί και τα ζώα να έχουν ήδη νιώσει την επέλαση της καταιγίδας, έχοντας πάρει το δρόμο τους για κάλυψη. Το ζαρκάδι και το αγριογούρουνο σε κάποια πυκνούρα ή σε κάποια αρχαία μεγάλη ρίζα, ο λαγός στο απάνεμο και στεγνό γιατάκι του κρυμμένο σε κάποια βάτα, ο φασιανός λουφαγμένος στις μπόικες καλαμιές, προφυλαγμένες στη σκιά ενός δέντρου, οι τσίχλες και τα μαυροκότσυφα στα γερά πυκνοπλεχτόκλαδα αιωνόβιων κυπαρισσιών και οι πάπιες, λίγο πέρα από το δάσος σε μία λιμνούλα, ανέμελες να κολυμπούν με παιδική αθωότητα αδιαφορώντας για τις βροντές, τις αστραπές, τις χοντρές ψιχάλες.

Καλό πράγμα η βροχή. Για ζώα και ανθρώπους, αρκεί να μη καταστρέφονται περιουσίες και… να έχεις ομπρέλλα. Εστω και μαύρη και ας είναι Ιούλιος. Αυτό σκεφτόμουν τώρα κλεισμένος μέσα στο αυτοκίνητο, ακούγοντας τον απολαυστικό ήχο που έκανε το νερό σκάζοντας πάνω στις λαμαρίνες του.

Η μπόρα δε κράτησε πολύ. Παρ’ὀλο που της πήρε ένα ολόκληρο πρωί να ετοιμαστεί για να τα κάνει όλα μούσκεμα, μόλις ωρίμασε, ξέσπασε με μία βραχύχρονη δυνατή ορμή, αφήνοντας πίσω της μαύρα σύννεφα, καλοκαιρινή δροσούλα και βρεγμένο κάθε τι που έβλεπε ουρανό.

Ανοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου και κατευθύνθηκα προς το σπίτι. Κοντοστάθηκα προς στιγμή και αισθάνθηκα τυχερός που δε πήρα τη μαύρη ομπρέλλα το πρωί και έμεινα στο αυτοκίνητο, ονειροπολώντας, παρατηρώντας την καταιγίδα που με πρόλαβε. Είχα πολύ καιρό να σταματήσω κάπου, να δω μία καταιγίδα πως έρχεται, πως ξεσπάει, πως περνάει και το θέαμα ήταν άκρως γοητευτικό και αξιοσημείωτο. Είδα το ρολόι, όχι για την ώρα που είχε περάσει ούτως ή άλλως και η πείνα με είχε κόψει, αλλά για την ημερομηνία. Δέκα Ιουλίου… Αντε… κοντεύουμε…

Όπου κι αν είσαι ο ουρανός σε βλέπει

Γιώργος Ξανθόπουλος

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Τύπος Κυνήγι στις 23.04.2014

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s