Η Καταιγίδα

ΚαταιγίδαΑπό τις αρχές της εβδομάδας το έλεγαν στις ειδήσεις ότι θα βρέξει. Καταιγίδες, πιθανόν ισχυρές σε κάποιες περιοχές, μάλλον σύντομες, καλοκαιρινού χαρακτήρα και μία ελαφριά πτώση της θερμοκρασίας. Να είμαι ειλικρινής δε τους πίστεψα. Όλο έτσι λένε και ποτέ δε πέφτουν μέσα. Κρίμα τους δορυφόρους δηλαδή που σουλατσάρουν στη δορυφόσφαιρα, τα στατιστικά και τα καιρικά μοντέλα. Τέλος πάντων, ουδείς τέλειος. Έτσι λοιπόν, σηκώθηκα το πρωί στην ώρα μου, κάπου μεταξύ 6:15 με 6:30 όπως πάντα δηλαδή, ξυρίστηκα, πήρα το πρωινό μου και έφτασα στην πόρτα. Σκέφτηκα να πάρω την ομπρέλα μου, αλλά λέω… μέσα στον Ιούλιο με τη μαύρη ομπρέλα… κάτι δε μου ταίριαζε, οπότε την παράτησα στη θέση της και ξεκίνησα για τη δουλειά.

Στο γραφείο, αναφορές κάθε είδους, αποστολή και παραλαβή ηλεκτρονικών μηνυμάτων, μια γρήγορη ματιά έξω από το παράθυρο στον ουρανό που σκοτείνιαζε αργά και σταθερά, τηλεφωνήματα, πέρασμα από το γραφείο ενός συναδέλφου, κλήση στο κινητό, όλο και σκοτείνιαζε λες να πέσουν μέσα σήμερα, διάλειμμα για να τσιμπήσω κάτι, βιντεοκλήση και… για κοίτα πήγε τέσσερις. Οταν κάθεσαι, η ώρα δε λέει να περάσει και όταν έχεις τόσα να κάνεις, ο χρόνος κυλάει σα μπάλα. Το οχτάωρο και κάτι περίσσια, μόλις είχε συμπληρωθεί αισίως και σήμερα, παραγωγικό και γεμάτο.

Αρχισα λοιπόν να ετοιμάζομαι και καθώς δίπλωνα το φορητό υπολογιστή για να τον βάλω στη τσάντα του, σα να άκουσα μία βροντή από μακριά… Σταμάτησα, αφουγκράστηκα για δευτερόλεπτα και ξανάκουσα άλλη μία. Ξαφνικά, η όλη σκηνή μου θύμισε κυνήγι. Κάπου εκεί μέσα στο δάσος, ένας ήχος. Αμέσως σε κάνει να σταματήσεις ακόμα και να αναπνέεις, προκειμένου να αντιληφθείς από που ήρθε και τι ήταν. Είχα ξαναζήσει αυτή τη στιγμή τόσες φορές και το ίδιο μόλις μου είχε συμβεί, αλλά αντί για το αγαπημένο μου δίκαννο, κρατούσα τώρα μία τσάντα φορητού υπολογιστή και αντί του απέραντου πανέμορφου δάσους, είχα τώρα μπροστά μου το γραφείο με το αλουμινένιο κάδρο ενός παραθύρου, που είχε θέα έναν καταπράσινο λόφο. Απογοήτευση. Ωρα να πηγαίνω είπα, όσο ακόμα προλαβαίνω.

Μπήκα στο αυτοκίνητο και πήρα το δρόμο της επιστροφής χωρίς να σταματάω να κοιτάω τακτικά τον ουρανό που όλο και αγρίευε. Ηλπιζα να φτάσω σπίτι πριν αρχίσει η καταιγίδα, μια που… η μαύρη ομπρέλα το πρωί δε μου ταίριαζε με τον Ιούλιο, αλλά ομολογουμένως τώρα ταίριαζε μια χαρά στην επερχόμενη καταιγίδα. Με το που πάρκαρα, μερικές χοντρές ψιχάλες χτύπησαν δυνατά το τζάμι του αυτοκινήτου. Είχα αργήσει…

Τότε ήταν που τα ξερόφυλλα άρχισαν να στροβιλίζονται… Aρχικά στη γη και αμέσως μετά στον αέρα, χορεύοντας στις ριπές του ανέμου. Τα δέντρα, με τα ανθισμένα καταπράσινα φύλλα τους πηγαινοέρχονταν ομόρυθμα, ταυτόχρονα, λυγίζοντας επικίνδυνα τους λεπτούς κορμούς τους. Ο αέρας σφύριζε μέσα από μικρά περάσματα και ο κόσμος έτρεχε να βρει απάγκιο. Τα ψηλωμένα λευκά σύννεφα κρύφτηκαν πἀνω από τα μαύρα που είχαν καταφτάσει γοργά γεμάτα βροχή και στο βάθος, ο ορίζοντας είχε μπλεδίσει, σημάδι ότι κάπου εκεί, ήδη είχε ξεκινήσει η καταιγίδα. Τα αστραπόβροντα τώρα είχαν πυκνώσει και οι ψιχάλες είχαν αντρειώσει. Ο ρυθμός τους όλο και δυνάμωνε και το νερό γέμιζε πλέον πλατιά τις άκρες του δρόμου, βρέχοντας τα καλοκαιρινά σανδάλια και τα πάνινα δροσερά παπούτσια που πάσχιζαν να τα διασχίσουν. Οι υαλοκαθαριστήρες των αυτοκινήτων δε προλάβαιναν να απομακρύνουν το νερό από τα τζάμια και η πόλη ζούσε μία μικρή αναστάτωση.

Βλέποντας όλα αυτά γύρω μου, αποφάσισα να μείνω στο αυτοκίνητο. Αργοπορημένος μεν ως προς την έναρξη της καλοκαιρινής καταιγίδας, αλλά στεγνός δε παρατηρητής του υγρού φαινομένου και των επιπτώσεών του. Και τότε ήταν που σκέφτηκα και πάλι το δάσος. Οι πρώτες χοντρές ψιχάλες να πέφτουν στο καλοκαιρινό, πάντα διψασμένο έδαφος, αναδύοντας μοσχοβολιές σαν από καλό κόκκινο κρασί και τα ζώα να έχουν ήδη νιώσει την επέλαση της καταιγίδας, έχοντας πάρει το δρόμο τους για κάλυψη. Το ζαρκάδι και το αγριογούρουνο σε κάποια πυκνούρα ή σε κάποια αρχαία μεγάλη ρίζα, ο λαγός στο απάνεμο και στεγνό γιατάκι του κρυμμένο σε κάποια βάτα, ο φασιανός λουφαγμένος στις μπόικες καλαμιές, προφυλαγμένες στη σκιά ενός δέντρου, οι τσίχλες και τα μαυροκότσυφα στα γερά πυκνοπλεχτόκλαδα αιωνόβιων κυπαρισσιών και οι πάπιες, λίγο πέρα από το δάσος σε μία λιμνούλα, ανέμελες να κολυμπούν με παιδική αθωότητα αδιαφορώντας για τις βροντές, τις αστραπές, τις χοντρές ψιχάλες.

Καλό πράγμα η βροχή. Για ζώα και ανθρώπους, αρκεί να μη καταστρέφονται περιουσίες και… να έχεις ομπρέλλα. Εστω και μαύρη και ας είναι Ιούλιος. Αυτό σκεφτόμουν τώρα κλεισμένος μέσα στο αυτοκίνητο, ακούγοντας τον απολαυστικό ήχο που έκανε το νερό σκάζοντας πάνω στις λαμαρίνες του.

Η μπόρα δε κράτησε πολύ. Παρ’ὀλο που της πήρε ένα ολόκληρο πρωί να ετοιμαστεί για να τα κάνει όλα μούσκεμα, μόλις ωρίμασε, ξέσπασε με μία βραχύχρονη δυνατή ορμή, αφήνοντας πίσω της μαύρα σύννεφα, καλοκαιρινή δροσούλα και βρεγμένο κάθε τι που έβλεπε ουρανό.

Ανοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου και κατευθύνθηκα προς το σπίτι. Κοντοστάθηκα προς στιγμή και αισθάνθηκα τυχερός που δε πήρα τη μαύρη ομπρέλλα το πρωί και έμεινα στο αυτοκίνητο, ονειροπολώντας, παρατηρώντας την καταιγίδα που με πρόλαβε. Είχα πολύ καιρό να σταματήσω κάπου, να δω μία καταιγίδα πως έρχεται, πως ξεσπάει, πως περνάει και το θέαμα ήταν άκρως γοητευτικό και αξιοσημείωτο. Είδα το ρολόι, όχι για την ώρα που είχε περάσει ούτως ή άλλως και η πείνα με είχε κόψει, αλλά για την ημερομηνία. Δέκα Ιουλίου… Αντε… κοντεύουμε…

Όπου κι αν είσαι ο ουρανός σε βλέπει

Γιώργος Ξανθόπουλος

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Τύπος Κυνήγι στις 23.04.2014

Για το τραπέζι της Πρωτοχρονιάς…

ΧριστούγενναΤο τελευταίο κυνήγι πριν το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, πάντα έχει ένα μικρό άγχος. Για μένα τουλάχιστον.. Αυτό οφείλεται στο ότι τα αγαπημένα μου πρόσωπα προτιμούν ιδιαιτέρως τα πιάτα σερβιρισμένα με κυνήγι, είτε αυτό είναι τσίχλες, είτε φασιανός, είτε λαγός. Και επειδή καμία τσίχλα, κανένας φασιανός δεν έχουν την καλή συνήθεια να προσγειώνονται από μόνα τους στα πιάτα των καλοφαγάδων, όπως επίσης και κανένας λαγός δεν κάνει το γιατάκι του σε ωραία ολοστρόγγυλα πορσελάνινα πιάτα… κάποιος πρέπει να βγει μέσα στο Δεκεμβριανό χιόνι και αγιάζι, να τα βρει και να τα κυνηγήσει. Εγώ… Έτσι κάπως, προκύπτει το αποκαλούμενο «άγχος του κυνηγού πριν το Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι».

Μία τέτοια μέρα λοιπόν, ξεκίνησα με το φίλο μου τον Άκη να πάμε για μία κυνηγετική εκδρομή, μακριά από την Αθήνα, στο λεγόμενο «Σκουριασμένο Δάσος». Το παράξενο αυτό, σχεδόν παραμυθένιο όνομα, του το είχαν χαρίσει οι κυνηγοί και οι γεωργοί πριν από πολλά πολλά χρόνια, λόγω του χρώματος που έπαιρναν οι αναρίθμητες καστανιές του το φθινόπωρο, δίνοντας του μία μαγική και μαγευτική όψη που τραβούσε σαν μαγνήτης όσους το πρωτοαντίκρυζαν. Είχαμε κυνηγήσει πολλές φορές στη σκιά των δέντρων του, είχαμε ξεδιψάσει στις κρυσταλλοδιάφανες πηγές του και είχαμε ξαποστάσει στους υπεραιωνόβιους κορμούς του. Άσχετα με το θήραμα που κυνηγούσαμε, η ευχαρίστηση και η ψυχική ανάταση που μας πρόσφερε η επαφή φύση ήταν πάντα η ίδια. Μοναδικά υπέροχη.

Την ημέρα εκείνη, έπεφτε με σταθερό, σχεδόν νανουριστικό ρυθμό, ένα παγωμένο χιονόνερο που δεν έλεγε να σταματήσει και η ομίχλη, στερεωνόταν θαρρείς στις αποφυλλωμένες πλέον κορυφές των δέντρων. Αφήσαμε λοιπόν το αυτοκίνητο στο τέλος του δρόμου, που συνέπεφτε με το ξεκίνημα του πυκνού δάσους το οποίο έμοιαζε απογυμνωμένο από το χειμώνα αλλά περήφανο όπως πάντα. Οι κορμοί των δέντρων έστεκαν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον και μόνο κάποιο ξέφωτο που και που έσπαγε τη μονοτονία τους. Αγριοτριανταφυλλιές δημιουργούσαν θαμνούρες, που δύσκολα τις διάβαινες χωρίς τα αγκάθια τους να τρυπήσουν το λεπτό δέρμα των ποδιών σου και στην καρδιά τους πολλές φορές, ξεκουράζονταν κανένας τεμπέλης λαγός ή κανένας φιλύποπτος φασιανός. Το έδαφος ήταν κρυμμένο κάτω από αμέτρητα φύλλα στο χρώμα της σκουριάς, κάνοντας το παραμικρό βήμα αλλά και τις σταγόνες της βροχής, να ακούγονται σε όλο το δάσος, στα υπερευαίσθητα αυτιά των κρυμμένων κατοίκων του…

Περπατήσαμε πολύ ώρα στα μονοπάτια που διέσχιζαν σαν φλέβες το σώμα του δάσους, ψιθυρίζοντας για τα ίχνη που βλέπαμε ολόγυρα, σημειώνοντάς τα στο μυαλό μας και σαρώνοντας με το βλέμμα όλη την περιοχή. Τελικά, φτάσαμε στο γνωστό σημείο, ένα ξέφωτο ελαφρά ανηφορικό, ή κατηφορικό, αναλόγως από ποια μεριά το έβλεπε κανείς, περιτριγυρισμένο από βελανιδιές ύψους 25-30 μέτρων καθώς και μερικές ευθυτενείς οξιές σε μικρή απόσταση. Υπήρχε ένα ιδανικό καρτέρι ανάμεσα σε 2 κορμούς που η απόστασή τους δεν ήταν παραπάνω από μισό μέτρο, οπότε η κάλυψη που παρείχαν ήταν ιδιαιτέρως ικανοποιητική για τους κυνηγούς και τους παρατηρητές. Αθόρυβα, βγάλαμε τα σακίδιά μας και τα ακουμπήσαμε στο βρεγμένο έδαφος, που ανέδυε δροσερές μυρωδιές, αφυπνίζοντας μνήμες παιδικές, αγαπημένες, κυνηγετικές. Όλη αυτή την ώρα, είχαμε μαζί μας τον Δία, έναν Ελληνικό ιχνηλάτη, ο οποίος εναρμονισμένος πλήρως με το πνεύμα της «ομάδας» μας, μύριζε και κουνούσε την ουρά του χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, όντας δεμένος ακόμα στο δερμάτινο λουρί, που κατέληγε στα δάχτυλα του Άκη.

Την ίδια στιγμή που τα σακίδια ακούμπησαν την υγρή γη, ο Δίας κατάλαβε. Έφτασε η ώρα. Έφυγε με τον κυναγωγό του χωρίς λουρί πλέον, ελεύθερος να βρει, να ανιχνεύσει, πρόσφατες μυρωδιές και έντονες συγκινήσεις. Εγώ όπλισα το δίκαννό μου και απόλαυσα την ένταση της στιγμής, χαμογελώντας στις σταγόνες του χιονόνερου κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό. Σε λίγη ώρα στο οπτικό μου πεδίο, βρίσκονταν μόνο δέντρα και θάμνοι, με τον Άκη και το Δία να έχουν ήδη απομακρυνθεί αρκετά.

Τα λεπτά περνούσαν βασανιστικά από τη μία λόγω της στείρας, άπραγης αναμονής, αλλά και με μία απέραντη χαλαρότητα από την άλλη, που χάριζαν το μοναδικό τοπίο σε συνδυασμό με τον ήχο της βροχής. Μέσα μου ένιωθα ότι από λεπτό σε λεπτό, θα άκουγα τα πρώτα γαυγίσματα του Δία, με τις δυνατές φωνές του Άκη να τον καθοδηγεί και να τον ενθαρρύνει. Για αρκετή ώρα, έπεφτα έξω. Μέχρι που κάποια στιγμή, ξαφνικά, έτσι ακριβώς όπως συμβαίνει σε κάθε κυνήγι άλλωστε, η φωνή του Δία διέσχισε το δάσος και έφτασε στα αυτιά μου δίνοντας μου το σήμα για εγρήγορση. Προσπαθώντας να αντιληφθώ τι συνέβαινε, εμπιστεύτηκα το ένστικτό μου και βγήκα από το καρτέρι μου, κατευθυνόμενος, τρέχοντας προς τη μεριά που μάντευα ότι θα περνούσε το καταδιωκόμενο θήραμα. Είχα πέσει μέσα και ίσα που πρόλαβα από μακριά να δω μία μεγάλη σκιά να τρέχει με απίστευτη ταχύτητα παρόλο τον όγκο της, ελισσόμενη ανάμεσα στα πυκνά δέντρα. Και ήταν πραγματικά εντυπωσιακά ογκώδης… Κρύφτηκα πίσω από μία βελανιδιά, ύψωσα το δίκαννο και σημάδεψα προς τη μεριά της αναμενόμενης από στιγμή σε στιγμή εμφάνισης του θηρίου. Σύντομα, επιβεβαιώθηκα… Ένα τεράστιο ελάφι ερχόταν σχεδόν κατά πάνω μου. Το βόλι σταμάτησε τον περήφανο καλπασμό. Τον κρότο της τουφεκιάς ακολούθησε ένα θορυβώδες σύρσιμο στα ξερόφυλλα, κάνοντας μερικά να πάρουν ένα άλικο χρώμα.. Το πανέμορφο ελάφι έπεσε βαριά, μονοκόμματα, παραδομένο δίκαια στο βωμό της Άρτεμης. Ο Άκης δεν άργησε να εμφανιστεί, λαχανιασμένος και αυτός όπως εγώ, όπως και ο Δίας. Με ένα χαμόγελο δώσαμε τα χέρια και μείναμε αμίλητοι να κοιτάμε με δέος το απρόσμενο θήραμα, δείχνοντας τον απαιτούμενο σεβασμό στο άξιο γοργοπόδαρο ελάφι.

Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς λοιπόν, το τραπέζι ήταν στρωμένο όπως ακριβώς αρμόζει σε ένα γιορτινό δείπνο. Με τα φυλαγμένα για ιδιαίτερες περιστάσεις όπως σήμερα, πορσελάνινα πιάτα, τα ασημομαχαιροπίρουνα, τα κρυστάλλινα λεπτεπίλεπτα ψηλά ποτήρια, την ξύλινη πλεκτή ψωμοθήκη και την ντελικάτη κανάτα με το Ελληνικό κόκκινο κρασί. Κανείς δεν περίμενε να γευτεί το τελευταίο εκείνο βράδυ της χρονιάς, αυτό το αξέχαστο και σπάνιο κυνηγετικό πιάτο. Ελάφι με πράσο, καρότο και κρεμμύδι, σβησμένο με κρασί, σερβιρισμένο με άγρια μανιτάρια και κόκκινη σάλτσα με λίγο σκόρδο. Περίφημα!

Η οικογένεια όλη σε απαρτία, ύψωσε τα ποτήρια και το «εις υγείαν» ακούστηκε σε όλο το σπίτι, ακολουθούμενο από γέλια και τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνουν τα μαχαιροπήρουνα καθώς βρίσκουν τα πιάτα. Ήταν πραγματική απόλαυση για μένα, να βλέπω τους δικούς μου να δοκιμάζουν το ελάφι και να κουνούν ικανοποιημένοι το κεφάλι τους, ανοίγοντας τα μάτια τους καλά καλά.

Η νύχτα προχωρούσε, το τζάκι έκαιγε ψιθυριστά το κούτσουρο της ελιάς πετάγοντας σπίθες, το έλατο με τα φωτάκια του ακτινοβολούσε το εορταστικό κλίμα και εμείς στο τραπέζι διασκεδάζοντας… Κάποια στιγμή, πήγα στην κουζίνα να γεμίσω την διψασμένη άδεια κανάτα με κρασί. Πιάνοντας τότε το μπουκάλι, έτυχε να πέσει η ματιά μου στην πίσω ετικέτα του «…συνοδεύει ιδανικά κυνήγι, κόκκινα κρέατα…». Χαμογέλασα με μία μικρή δόση ειρωνείας… «Και τί νομίζεις κυρ-συγγραφέα της οπισθοετικέτας; Τόσο εύκολο είναι να γευτεί κανείς κυνήγι και το κότσαρες και στο μπουκάλι;» Κούνησα το κεφάλι μου εύθυμα, συγχώρεσα μεγαλόψυχα την κουζουλάδα του κρασοσυγγραφέα και οδήγησα την γεμάτη πλέον κανάτα για μία φορά ακόμη στο Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι.

Γιώργος Ξανθόπουλος

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο “Τύπος Κυνήγι τεύχος 163 στις 27-12-2012

Σαν Χριστουγεννιάτικο κυνηγετικό παραμύθι…

ΧριστούγενναΠαραμονή Χριστουγέννων. Ορεινό χωριό, ελατοσκέπαστο, φρεσκοχιονισμένο, κομμάτι και αυτό της πανέμορφης Ελλάδας μας. Οι λιγοστοί κάτοικοι έχουν πολλαπλασιαστεί αυτές τις μέρες, καθώς συγγενείς και φίλοι από την πρωτεύουσα, έρχονται να τους επισκεφτούν και να περάσουν παρέα τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Το χωριό φόρεσε τα καλά του για να τους υποδεχτεί, με τα γιορτινά του Χριστουγεννιάτικα στολίδια να δίνουν χαρά, ζωή και χρώμα στο τοπίο.

Ο ήλιος έγειρε ώρες πριν να ξεκουραστεί και το φεγγάρι λαμπυρίζει τις νιφάδες του χιονιού που αλαφροπέφτουν σε καμινάδες, σκέπες και παράθυρα. Στους παγωμένους έρημους δρόμους, βασιλεύει η ησυχία και μόνο κάθε λίγο, κάποια ταμπέλα ή ένας αλάδωτος φανοστάτης θα ταλαντευτεί στον ελαφρύ παγωμένο αέρα, τρίζοντας στη σιωπή.

Σε ένα σπίτι, όχι μακριά από την πλατεία, ζεσταίνεται πίσω από τους ασβεστωμένους τοίχους του μία οικογένεια, πλήρης μελών. Ο παππούς, κυνηγός, περήφανος, με τα ρευματικά του και το μουστάκι του. Η γιαγιά με τα γυαλιά και το ζεστό χαμόγελο, τα ροζιασμένα χέρια. Ο γιος, σπουδασμένος, κυνηγός και αυτός. Η γυναίκα του, ευγενική, με μακριά μαλλιά. Αντικυνηγός… Ο γιος-εγγονός, φανατικός ακροατής των κυνηγετικών ιστοριών του παππού και φέρελπις φυσιολάτρης κυνηγός. Κάπως έτσι λοιπόν, ξεκινάει αυτή η νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων…

Στις απαλές ζεστές πολυθρόνες μπροστά στο τζάκι, κάθονται πατέρας και γιος συζητώντας περί ανέμων και υδάτων, ενώ οι κυρίες ετοιμάζουν το τραπέζι με το Χριστουγεννιάτικο κόκκινο τραπεζομάντηλο και τα ασημένια μαχαιροπήρουνα. Ο μικρός εγγονός, παρατηρεί ανυπόμονα από το παράθυρο με τα μεγάλα του μάτια το χιόνι που πέφτει, ελπίζοντας κάποια μέρα να μπορέσει να δει τον Άγιο Βασίλη με τους τάρανδούς του να πετά ψηλά στον ουρανό.

«Το χιόνι πάνω στην ώρα ήρθε πατέρα. Ο μικρός με ρωτούσε από αρχές του Δεκέμβρη αν θα έχει χιόνι στο χωριό του παππού και της γιαγιάς τα Χριστούγεννα». «Το ήξερα ότι το ήθελε και το κανόνισα. Γίνονται άλλωστε Χριστούγεννα χωρίς χιόνι στο χωριό;» χαμογέλασε ο παππούς, κλείνοντας το μάτι στο γιο του κρυφά από τον εγγονό, που χαμογελούσε ευχαριστημένος βλέποντας τα πάντα χιονισμένα.

Χαρούμενα λαμπερά πρόσωπα, ήσυχες κουβέντες, στο κλίμα της χειμωνιάτικης, Χριστουγεννιάτικης ατμόσφαιρας και της οικογενειακής θαλπωρής. Μερικά λεπτά κύλησαν έτσι, μέχρι που ακούστηκε η καλωσυνάτη ζωηρή φωνή της γιαγιάς… «Ελάτε το φαγητό είναι έτοιμο. Μην κρυώσει». Ο παππούς σηκώθηκε μαζί με τους υπόλοιπους, έβαλε ένα κομμάτι κούτσουρο στη φωτιά, την ανακάτεψε λίγο με τη μαντεμένια λαβή και προχώρησε προς το τραπέζι. Αφού κάθησαν όλοι μαζί, σερβιρίστηκαν με τα εξαίρετα εδέσματα που με τη μυρωδιά τους είχαν πλημμυρίσει το σπίτι και γέμισαν τα ποτήρια τους με το θεόσταλτο, κόκκινο αγιωργίτικο Ελληνικό κρασί. «Υγεία και μόνο υγεία» βροντοφώναξε ο πατριάρχης υψώνοντας το ποτήρι του. «’γειά μας» ανταπάντησαν οι υπόλοιποι με μια φωνή τσουγκρίζοντας μεταξύ τους και έφεραν τα ποτήρια στα χείλη τους. Το δείπνο ήταν ακριβώς όπως του άρμοζε για τα Χριστούγεννα… Νοστιμότατο, οικογενειακό, υπέροχο.

Αρκετή ώρα μετά και με τα γιορτινά  κεριά να καίνε ακόμα στο τραπέζι στερεωμένα στις ασημένιες βάσεις τους, ο εγγονός πλησίασε τον παππού, ζητώντας να του διηγηθεί μία κυνηγετική ιστορία πριν κοιμηθεί, καθώς οι υπόλοιποι έπαιρναν το δρόμο σιγά σιγά για τα κρεβάτια τους, ζαλισμένοι ευχάριστα από το μαγικό καταπότι, χαμογελαστοί, χορτάτοι σε στομάχι και ψυχή από τη «γεμάτη» αυτή οικογενειακή συγκέντρωση. Η γιαγιά, αφού τακτοποίησε τα πάντα φεύγοντας τελευταία από την κουζίνα, ζήτησε από το σύντροφό της στη διήγησή του, να αποφύγει τις …τουφεκιές για να μην τους ξυπνήσει. Τους ευχήθηκε καληνύχτα φιλώντας τον εγγονό της και τότε ο παππούς, βλέποντας τον μικρό να έχει πάρει ήδη θέση στη πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι περιμένοντας την ιστορία του, γέμισε γενναία το ποτήρι του με κρασί και βυθίστηκε στη δική του πολυθρόνα. «Είσαι έτοιμος συνονόματε;» Με ένα τεράστιο χαμόγελο χωρίς λέξεις, ο εγγονός έγνεψε ευτυχισμένος.

«…ήταν λοιπόν χειμώνας. Πολύ κρύο, χιονόνερο που εναλλάσσονταν με χιόνι και ένας αέρας που πάγωνε τα πάντα στο διάβα του. Γιορτινές μέρες σαν σήμερα ήταν καλή ώρα και παρόλη την χιονόπτωση, κόντρα στον καιρό, αποφάσισα να βγω για κυνήγι με τον έμπιστό μου φίλο το Δία έναν Ελληνικό ιχνηλάτη, που με συντρόφευε πάντα στα κυνήγια και μου κρατούσε συντροφιά. Με καθοδηγούσε, με προειδοποιούσε, χαιρόταν με τις κυνηγετικές μας επιτυχίες, μοιραζόμασταν τις απογοητεύσεις των άστοχων βολών.

Μετά από περπάτημα μισής ώρας λοιπόν και αφού το χιόνι είχε πυκνώσει, έλυσα το λουρί του Δία, δίνοντας το σύνθημα για εκκίνηση της ιχνηλάτησης. Έλεγξα τις κάννες αν ήταν καθαρές από το χιόνι και έβαλα τα φυσίγγια κλειδώνοντας τις κάννες στη βάση του δικάννου. Σε λίγη ώρα ο ιχνηλάτης μου ούτε που φαινόταν και μόνο κάποια αραιά γαυγίσματα που απομακρύνονταν, με έκαναν να καταλάβω ότι έψαχνε και μάλλον ήταν σε καλό δρόμο…

Η ώρα όμως περνούσε και τα γαυγίσματα είχαν χαθεί. Είχα αρχίσει να παγώνω από την ακινησία και τον μανιασμένο χιονισμένο αέρα καθώς η ανησυχία μου για το Δία μεγάλωνε. Πρώτη φορά είχε τόση ώρα να δώσει σημεία παρουσίας. Τι συνέβαινε; Κυνηγούσε κανένα πονηρό λαγό από γιατάκι σε γιατάκι; Παρασύρθηκε μακριά από τα ίχνη κανενός τεράστιου αγριογούρουνου; Συνέβαινε κάτι άλλο;» Ο εγγονός γούρλωσε τα μάτια του με αγωνία και ο παππούς ήπιε το κρασί του… «Και μετά παππού;» «Παρατηρούσα τα χνάρια του Δία στο χιόνι που είχαν αρχίσει να σβήνουν από την χιονόπτωση και χάνονταν βαθειά στα κυπαρίσσια και τις καστανιές στην καρδιά του δάσους. Πάνω που νόμιζα ότι το κυνήγι θα αποκτούσε άσχημη τροπή, άκουσα ελαφρά ένα γαύγισμά του! Και μετά ένα ακόμα! Ερχόταν από πολύ μακριά και από την ένταση και την επανάληψη, κατάλαβα ότι κάποιο ζώο είχε ξεφωλιάσει και το έφερνε προς το μέρος μου. Είχε αρχίσει να πλησιάζει και εγώ από τον δαιμονισμένο αέρα, δε μπορούσα να καταλάβω από που ερχόταν για να πάρω θέση! Έσφιγγα το δίκαννο στις παγωμένες παλάμες μου, γυρνούσα το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά σαν τρελός, προσπαθώντας να αντιληφθώ από που προέρχεται το αλύχτισμα του Δία! Δευτερόλεπτα όμως μετά, ξεκαθάρισαν όλα… Με μεγάλη προσπάθεια μα συνάμα σιγουριά, πήρα θέση. Πρώτα το ζώο και μετά ο Δίας μου θα εμφανίζονταν στο σημείο που είχαν καρφωθεί τα μάτια μου. Το ήξερα, το ένιωθα… Σε λίγες μόνο στιγμές, που δεν μετριούνται σε δευτερόλεπτα ή λεπτά παρά μόνο με χτυποκάρδια, ένα πανέμορφο μεγάλο ζαρκάδι εμφανίστηκε. Τρέχοντας, πηδώντας, ξεφυσώντας ζεστές αναπνοές στον παγωμένο αέρα του βουνού… Αμέσως, σήκωσα το δίκαννο, σημάδεψα με σιγουριά περνώντας το δάχτυλο στη σκανδάλη και …» Κοίταξε τότε τον μικρό του συνονόματο εγγονό. Ο Μορφέας τον είχε πάρει στοργικά στην αγκαλιά του, στα όνειρά του και ο μικρός κοιμόταν μακριά από χιονισμένα δάση, ζαρκάδια και… τουφεκιές. «Τελικά δίκιο είχε πάλι η γιαγιά σου…να αποφύγω τις τουφεκιές μη σας ξυπνήσω…». Χαμογέλασε τρυφερά, ήπιε και την τελευταία γουλιά από το κρασί του και πήρε σιγά σιγά τον εγγονό στα χέρια του, για να τον οδηγήσει στο κρεβάτι του. Επέστρεψε, άνοιξε μία ξύλινη ντουλάπα δίπλα στο παράθυρο που έστεκε πριν ώρες ο μικρός και πήρε τα δώρα που ήταν κρυμμένα μέσα της. «Ο Άι Βασίλης μόλις έφτασε» μονολόγησε χαμογελώντας και ακούμπησε τα δώρα μπροστά στο στολισμένο έλατο, κοντά στη φάτνη. Κουρασμένος τότε και εκείνος, από την περασμένη ώρα, το κρασί, μα κυρίως από το… Χριστουγεννιάτικο κυνήγι του ζαρκαδιού, αποχώρησε.

Τα λαμπάκια του δέντρου τότε έμειναν μόνα τους να αναβοσβήνουν ρυθμικά και αθόρυβα, η φωτιά να καίει το χριστόξυλο σκορπώντας σπίθες φλογοκόκκινες προς την καμινάδα φωτίζοντάς τη, δείχνοντας το δρόμο στον Άι Βασίλη. Μία ακόμα ευτυχισμένη Παραμονή Χριστουγέννων έφτανε στο τέλος της…

Γιώργος Ξανθόπουλος

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Τύπος Κυνήγι τεύχος 162 στις 19-12-2012

Ο Κυνηγός του Χειμώνα

Χρωματιστό δάσος..

Χειμώνας στο βουνό, ξημέρωμα. Χιόνι έχει σκεπάσει τα πάντα, αφαιρώντας τους το όποιο γκρίζο, θλιβερό χρώμα, χαρίζοντάς τους το λευκό. Λευκό της καθαρότητας, της αγνότητας και του φωτός. Οι επιφάνειες κάτω  του χιονιού, ελάχιστα ενδιαφέρουν. Αυτό που φαίνεται από χιλιόμετρα μακριά, λαμπυρίζοντας κάτω από το αχνό σεληνόφως, είναι οι ασημοσκέπαστες πεδιάδες με τα χωράφια και τους κάμπους  και οι μυτερές κορφές των βουνών και των μικρών λόφων με τα δάση. Εκεί στο βουνό, ο αέρας γίνεται πιο δυνατός, τα δέντρα τρίζουν στο διάβα του και το χιόνι πυκνώνει. Λίγο πριν το πρώτο φως σημάνει εγερτήριο, ο κυνηγός είχε ξυπνήσει από τα ουρλιαχτά των λύκων, που οι χαράδρες και τα φαράγγια, τα έκαναν να μοιάζουν με αλαλαγμούς τεράστιων σε διαστάσεις, αγριμιών της νύχτας, καθώς αντιλαλούσαν. Μερικές ώρες νωρίτερα, είχε στοιβάξει αρκετά μικρά ξύλα πίσω από το πορτάκι της μαγειρικής εστίας, που χρησίμευε εκτός από το ψήσιμο του φαγητού και του καφέ, ως τζάκι που χάριζε ζέστη στο δωμάτιο. Είχε υπολογίσει σωστά την όρεξη της φωτιάς και δεν χρειάστηκε να σηκωθεί μέσα στη νύχτα για να την ξαναταϊσει. Σβήνοντας το κερί δίπλα στο κρεβάτι του, έριξε μια ματιά στο δίκαννό του, που τον κοίταζε περήφανα από τον τοίχο και αναρωτήθηκε ποιά συνάντηση του είχε ορίσει η τύχη τις επόμενες ώρες, με τα ζώα του δάσους. Ώρες μετά, πετάχτηκε ταραγμένος μέσα από τον ύπνο του, καθώς οι λύκοι καλούσαν ουρλιάζοντας, ο ένας τον άλλον. Αμέσως, άναψε το κερί και σηκώθηκε από το κρεβάτι του, κατευθυνόμενος προς το παράθυρο. Το χιόνι δεν είχε σταματήσει να πέφτει. Σκληρός χειμώνας ο φετινός, σκέφτηκε. Βδομάδες τώρα, δεν λέει να κωπάσει η κακοκαιρία. Η φωτιά, ακόμα δυνατή, ζέσταινε τώρα το μπρίκι με τον καφέ, καθώς ο κυνηγός ντυνόταν και έβαζε τις μπότες του. Το δωμάτιο λιτό, με τρία παράθυρα να βλέπουν στο δάσος που ξεκινούσε λίγο πιο πέρα, με ένα τραπέζι και τέσσερις καρέκλες φτιαγμένα στο χέρι από οξιά, με ένα κρεβάτι από βελανιδιά και μία μεταλλική εστία με τέσσερα μάτια, που έτρωγε λαίμαργα τα ξύλα. Ο καφές, γλίστρησε στην κούπα του κυνηγού και εκείνος απόλαυσε, τις τελευταίες ζεστές στιγμές μέσα στην καλύβα. Πέρασε το κυνηγετικό μαχαίρι στη θήκη της ζώνης του και φόρεσε στην πλάτη το σακίδιο με τα λιγοστά αλλά απαραίτητα εφόδια για την εξόρμησή του. Τελευταίο, άφησε το δίκαννο ακουμπώντας τον δερμάτινο αορτήρα στον ώμο του. Ήταν έτοιμος.

Βαδίζοντας στο γνωστό μονοπάτι, με σίγουρο βήμα, έστρεψε το όπλο του προς τα κάτω, θέλοντας να προστατέψει τις πολυταλαιπωρημένες κάννες του. Ήταν ένα δίκαννο με μεγάλη ιστορία, μια που με αυτό κυνηγούσε και ο πατέρας του, συμπληρώνοντας με εκλεκτά θηράματα όπως λαγό, αγριογούρουνο και ζαρκάδι, το φτωχικό κατά τα άλλα οικογενειακό τραπέζι. Το δάσος, αποτελούσε ζωοδόχο πηγή για τον ίδιο, καθώς και για πολλούς κυνηγούς, γενιές τώρα, προσφέροντάς τους ξυλεία, καρπούς, θηράματα και πολύτιμο οξυγόνο. Το όπλο του, ήταν ένα ταπεινό μέσο, για να ταΐσει την πείνα του. Ρώσικο δίκαννο με κοκόρια και ξύλινα μέρη από καρυδιά, τον είχε συντροφέψει σε αμέτρητες κυνηγετικές εξόδους. Το είχε αγαπήσει αυτό το τουφέκι, το είχε μάθει και επώμιζε αυτόματα με το που έβλεπε στο δραστικό του πεδίο ένα θήραμα, το οποίο κατέληγε, τις περισσότερες φορές, στο σάκο του. Τα μέταλλά του, αλλά και τα ξύλα του, είχαν ζήσει παγωνιές, βροχές και εκείνη την ημέρα, έναν ακόμα χιονιά. Χρόνια όμως τώρα, στιγμή δεν τον είχε προδώσει και παρέμενε ο πιστός του σύντροφος.

Ύστερα από μερικές εκατοντάδες μέτρα, έφτασε στο σημείο, όπου συνήθως, αποτελούσε πέρασμα για πολλά άγρια ζώα. Έκανε πολλές φορές το καρτέρι του εκεί και τις περισσότερες, έβγαινε κερδισμένος και εν συνεχεία, χορτασμένος. Κρύφτηκε πίσω από ένα έλατο και περίμενε. Έλεγξε μία τελευταία φορά τις κάννες του, ότι δεν είχαν πάρει χιόνι ή λάσπη και ήταν ελεύθερες να τουφεκίσουν με ασφάλεια. Ακούνητος, έστησε το καρτέρι του.

Ευνοημένος από τον αέρα που φυσούσε κόντρα, δύσκολα θα γινόταν αντιληπτός από οποιοδήποτε θήραμα εμφανιζόταν. Η ώρα άρχισε να κυλάει, καθώς ο ήλιος προχωρούσε την τροχιά του στον ουρανό, παραμένοντας ωστόσο, πλήρως καλυμμένος πίσω από τα βαριά σύννεφα. Σιγά σιγά, άρχισαν να παγώνουν τα χέρια του κάτω από τα μάλλινα γάντια. Το κεφάλι του, το προστάτευε με ένα καπέλο από δέρμα κατσίκας, περασμένο και αδιαβροχοποιημένο με λίπος και οι δερμάτινες μπότες του, ζέσταιναν καλά τα πόδια του. Η παραμονή του όμως στο χιόνι και στο κρύο, δεν ήταν σύμμαχος της λίγης ζεστασιάς που ένιωθε ακόμα. Ήλπιζε, το πολυπόθητο θήραμα, όποιο και να ήταν αυτό, να μην αργούσε να κάνει την εμφάνισή του.

Ξαφνικά, μέσα στην παγωνιά, σαν να του φάνηκε ότι άκουσε ένα θόρυβο. Ένας ανεπαίσθητος ήχος, από ένα κλαράκι που έσπασε σε μικρή σχετικά απόσταση, τον έκανε να ξεχάσει το κρύο που είχε αρχίσει να τον βασανίζει και αμέσως, σάρωσε με την κυνηγετική μάτια του, την γύρω περιοχή. Με την πρώτη, δεν εντόπισε κάτι καινούριο, στην εικόνα που αντίκριζε τις τελευταίες ώρες. Έλατα και χαμηλοί πυκνοί θάμνοι ολόγυρα, με μερικές οξιές και ένα μικρό άνοιγμα, που αποτελούσε μέρος ενός από τα πολλά μονοπάτια του βουνού. Πάνω που ήταν έτοιμος να πιστέψει ότι τα αυτιά του τον γέλασαν, είδε μία σκιά, να σκαλίζει το χιόνι πίσω από ένα θάμνο. Δεν ήταν σίγουρος για αυτό που περίμενε να δει, αν και η εμπειρία, του ψιθύριζε ήδη για το είδος και το μέγεθος του ζώου. Περίμενε λίγο ακόμα, απασφαλίζοντας ταυτόχρονα, την σκανδάλη του όπλου του. Αργά, έχοντας την μουσούδα του στο χώμα όπου έψαχνε για τροφή, εμφανίστηκε ένας πελώριος κάπρος με μεγάλους κυνόδοντες. Το μαύρο, άγριο τρίχωμά του, είχε μερικές λευκές νιφάδες επάνω, από το χιόνι που έπεφτε. Το αγρίμι, μπορεί να μην έβλεπε καλά, αλλά η όσφρησή του και η ακοή του ήταν οξύτατες. Σήκωσε λοιπόν το δίκαννο αθόρυβα και προσεκτικά, σημαδεύοντας χωρίς αναπνοή, λίγο πάνω από το μπροστινό πόδι του μονιά. Τράβηξε την σκανδάλη και το ζώο τινάχτηκε με βία. Χωρίς να χάσει παραπάνω από λίγα μόλις δευτερόλεπτα, ξανασημάδεψε και έδωσε την τελική τουφεκιά. Το αγριογούρουνο , είχε πέσει λίγα μέτρα πιο κάτω από το σημείο που δέχτηκε το πρώτο βόλι, καθώς το δεύτερο, έβαλε τέλος στην αγωνία του. Ο κυνηγός, βγαίνοντας από το καρτέρι του, όπλισε ξανά καλού κακού και πλησίασε το θήραμα. Ξαπλωμένο στο πλάι, τεράστιο σε μέγεθος και περήφανο ακόμα και έτσι τουφεκισμένο, ενέπνεε τον απόλυτο σεβασμό του θηρευτή του, που αναγνώριζε την δύναμη και την ομορφιά του αγριόχοιρου. Έσκυψε και ακούμπησε με τα χέρια του, το ατίθασο ζώο. Σούφρωσε τα χείλη του κουνώντας το κεφάλι του νευρικά πάνω κάτω μερικές φορές, κοίταξε ολόγυρά του, σαν να ευχαριστούσε το δάσος για το δώρο που του χάρισε. Δώρο ζωής, μια που θα του πρόσφερε πολύτιμη τροφή για πολλές εβδομάδες. Άνοιξε το σακίδιο και έβγαλε ένα χοντρό σχοινί, με το οποίο έδεσε τον κάπρο και κίνησε για τον δρόμο της επιστροφής, που έμοιαζε τώρα πολύ πιο σύντομος από την πρωινή διαδρομή, λόγω της επιτυχίας του.

Έξω από την καλύβα, σε ένα σημείο προστατευμένο από τον βοριά, κρέμασε στο τσιγκέλι το πολύτιμο θήραμα, το καμάρωσε και ήπιε ευχαριστημένος μία κούπα κόκκινο κρασί που μόλις είχε γεμίσει. Έβγαλε το μαχαίρι από το θηκάρι του και ετοιμάστηκε για την ιεροτελεστία. Δόξα τω Θεώ, όλα καλά και αυτή τη μέρα..

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Τύπος-Κυνήγι» τεύχος 72, στις 23-3-2011.

Γιώργος Ξανθόπουλος

Αφήγημα βγαλμένο απο την Κρήτη..

Ο Πατέρας μου Γιάννης Ξανθόπουλος

Από τα παιδικά μου χρόνια, θυμάμαι τη ζωή στο χωριό γεμάτη με αναμνήσεις και πανέμορφες στιγμές. Ήταν άλλωστε, η τόσο έντονη και χάρμα οφθαλμών εναλλαγή τοπίου από την πρωτεύουσα στην επαρχία, που μόνο χαρά και ηρεμία μπορούσε να προσφέρει στην ανθρώπινη ματιά. Η πόλη, θορυβώδης, βρώμικη και γκρίζα, πως θα μπορούσε να σταθεί έστω και στο μικρό δαχτυλάκι, του οποιουδήποτε χωριού της Ελλάδας. Πόσο μάλλον του δικού μου, που έμοιαζε με μία τεράστια πανέμορφη φωτογραφία, αφημένη στην αγκαλιά της πλαγιάς ενός βουνού που ήταν γεμάτη πεύκα και έλατα. Στα χαμηλά, οι ξανθοί κάμποι και οι ελαιώνες, έδεναν γαλήνια με την πρώτη πράσινη ανηφόρα του βουνού και το δάσος, που έσφυζε από ζωή και γέμιζε με τις τραγουδιστές φωνές των κατοίκων του. Τσίχλες, κοτσύφια, μπεκάτσες και λαγοί, ήταν οι εκλεκτοί φιλοξενούμενοί του και συχνά πυκνά, όλο και κάποιο περνούσε κοντά στα σπίτια. Το κυνήγι τους, δύσκολο και πολυπόθητο, πρόσφερε εμπειρίες μοναδικές, που έκαναν τον κάθε κυνηγό να μετράει τις ώρες μέχρι να ξαναβρεθεί σε αυτό τον παραδεισένιο τόπο. Ήταν τέτοια η ομορφιά του δάσους, που οι κυνηγοί το σεβόντουσαν απόλυτα, τόσο στον αριθμό κάρπωσης των ζωντανών, όσο και στην καθαριότητα. Ένιωθαν άλλωστε κάθε φορά που βρίσκονταν μέσα σε αυτό, το πόσο δεμένη ήταν η ποιότητα της ζωής τους, με την προστασία της φύσης.

Στη μεγάλη μου οικογένεια, τους συγγενείς, υπήρχαν τρείς κυνηγοί και άλλοι τόσοι υποψήφιοι βενιαμίν, γιοί και ανιψιοί. Ο πατέρας μου Γιάννης Ξανθόπουλος, ο θείος μου Νίκος Ξανθόπουλος και ο πρεσβύτερος  της οικογένειας, Κωνσταντίνος Καραπατάκης ο γιατρός. Μεγαλωμένοι στο χωριό και έχοντας περπατήσει κάθε σημείο του, ήξεραν για τα καλά, όλα τα κατατόπια του. Δέντρα ποτισμένα από δύο γενιές, πέτρες περπατημένες από τρείς. Το τοπίο, ελάχιστα είχε αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια. Μόνο οι άνθρωποι έφευγαν και έρχονταν άλλοι. Όλοι όμως, κάνοντας το πέρασμα της ζωής τους από εκεί, το αγάπησαν και το σεβάστηκαν. Ακριβώς έτσι έπραξε όλα τα χρόνια της κυνηγετικής τους πορείας και η παραπάνω παρέα. Πότε για τσίχλες και κοτσύφια, πότε για λαγούς, μα πάντα με το ίδιο κέφι, με την ίδια όρεξη για καλαμπούρια και πειράγματα και πρώτα από όλα, με το ίδιο πάθος. Το κυνήγι.

Ο θείος μου Κώστας Καραπατάκης

Εκείνη τη χρονιά λοιπόν, ο Οκτώβρης μπήκε ορμητικός, κακόκεφος και παγωμένος. Οι τσίχλες δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους και φυσικά οι τρείς κυνηγοί, ετοιμάστηκαν για να δεχτούν το όμορφο και κομψό αυτό πετούμενο. Μαζεμένοι λοιπόν την προηγούμενη του κυνηγιού, ημέρα Σάββατο στο σπίτι του θείου μου του Κώστα, καθόντουσαν μπροστά στο τζάκι γελώντας, πίνοντας κρασί και τσιμπολογώντας ψωμί, τυρί, ελιές και εκλεκτό, παστό χοιρινό. Τα όπλα στις θήκες τους, παραταγμένα στον πέτρινο τοίχο, στολισμένα στην κορυφή τους με τις δερμάτινες χιλιογεμισμένες φυσιγγιοθήκες , περίμεναν καρτερικά να νιώσουν την ζεστασιά στις κάννες τους. Οι ώρες, μετά από λίγο κρασί, έμοιαζαν να περνούν αργά, νωχελικά, απολαυστικά. Το κυνήγι είχε ήδη αρχίσει άλλωστε.. Αυτοί που το αγαπούν και το ευχαριστιούνται, ξέρουν ότι αυτό, δεν ξεκινάει με την πρώτη τουφεκιά. Το κυνήγι είναι ιεροτελεστία και μία τέτοια λάμβανε χώρα στην πετρόχτιστη εξοχική κατοικία.

Πριν καλά καλά ξυπνήσει το πρώτο ημερόβιο ζωντανό και πριν ξεκουραστεί το τελευταίο νυχτόβιο, η παρέα ήταν ήδη έτοιμη για αναχώρηση. Τελευταίες βιαστικές γουλιές ζεστού καφέ και κάτι πρόχειρο για μπουκιά και γουλιά στο σάκο. Όλα λοιπόν ήταν έτοιμα. Μετά από κάποια ώρα περπάτημα, βρίσκονταν στον ελαιώνα με πρόσωπο προς το βουνό. Λίγες μόνο στιγμές αναμονής και οι πρώτες αχτίδες του ήλιου, έδιωχναν το έρεβος και στόλιζαν με χρώματα τον ευλογημένο τόπο. Οι πρώτες μαύρες βολίδες, έκαναν την εμφάνισή τους και τα φυσίγγια άρχισαν να πέφτουν άδεια στο χώμα, μοιάζοντας λαχανιασμένα απο τον καπνό που έβγαινε από μέσα τους. Οι τσίχλες πετούσαν με μεγάλη συχνότητα αλλά και ταχύτητα πάνω από τα κεφάλια της παρέας των τριών κυνηγών, χαρίζοντάς τους πολλές και γρήγορες τουφεκιές. Τα χαμόγελα, στάθηκαν να ζωγραφίσουν τα πρόσωπά τους και τα πειράγματα για αρκετές χαμένες τουφεκιές σε εύκολες βολές, έδιναν και έπαιρναν. Πότε έφταιγε το όπλο και πότε το φυσίγγι, πότε το κοντό κοντάκι και πότε το τσοκάκι, πότε το μεγάλο βάρος του όπλου και πότε η υγρασία του τόπου. Γνωστές διαφωνίες, συζητήσεις και φταιξίματα, που πάντα υπήρχε όρεξη να αναπτυχθούν στις κυνηγετικές παρέες, οι οποίες υπερασπίζονταν με πάθος τις απόψεις τους. Ο μεγαλύτερος της παρέας, Κωνσταντίνος Καραπατάκης, δεν άργησε να ξεφύγει μπροστά στις επιτυχημένες βολές, μια που ήταν άλλωστε και ο πιο παλιός κυνηγός από τους τρείς και άρχισε να κοροϊδεύει τους δύο αδελφούς. Μεγαλωμένος στη Κρήτη, στο χωριό Γραμπούσα Χανίων, είχε περάσει αρκετά χρόνια, κυνηγώντας τρυγόνια στην Παλαιόχωρα, τσίχλες και λαγούς κοντά στο χωριό του. Τα αδέλφια Νίκος και Γιάννης Ξανθόπουλος, είχαν μάθει να κυνηγούν μαζί του, επισκεπτόμενοι την λεβεντογέννα Κρήτη τις μέρες των εορτών. Γνώριζαν τα ίδια λαγοτόπια, τα ίδια τρυγονοπεράσματα και τους ίδιους τσιχλοελαιώνες. Αλλά, ο δάσκαλος είναι πάντα δάσκαλος και μπροστά του ο μαθητής, θα είναι πάντα μαθητής, όσο καλός και αν είναι.

O θείος μου Νίκος Ξανθόπουλος στο κέντρο

Έπειτα από αρκετή ώρα και αφού τα πρόσωπά τους είχαν κοκκινίσει από την παγωνιά και οι κάννες τους από τις απανωτές τουφεκιές, άδειασαν τα δίκαννα και τα ακούμπησαν στις ελιές να ξαποστάσουν. Και αυτοί και εκείνα. Άνοιξαν το σάκο με τους μεζέδες και ξεκίνησαν χαμογελώντας να ηρεμούν την πείνα τους, που είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται, φωνάζοντας μέσα από τα στομάχια τους. Ζυμωτό ψωμί, γραβιέρα με μέλι και νερό από το πηγάδι, ήταν ότι έπρεπε, για να αποκτήσουν ξανά τις δυνάμεις τους, μετά από πέντε ώρες περπάτημα και ορθοστασία. Οι τσίχλες, αντιλαμβανόμενες την ανακωχή, έπεσαν πεινασμένες και αυτές στις ελιές και άρχισαν να τσιμπολογούν. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε στο δρόμο και κατέβηκαν ο Βασίλης Καραπατάκης, μικρότερος αδελφός του αρχηγού της παρέας και ο Σήφης Κομπιτσάκης, ο γαμπρός του. “Κυνηγάτε ή τρώτε μωρέ;” ρώτησαν τους κυνηγούς οι περαστικοί επισκέπτες γελώντας. “Τρώμε αυτά που κυνηγήσαμε!” απάντησε αστειευόμενος ο ετοιμόλογος γιατρός. Η παρέα μεγάλωσε και μαζί της η χαρούμενη διάθεση, οι φωνές και τα γέλια. Από το αυτοκίνητο, ξεφορτώθηκαν σύντομα και δύο μεγάλες μπουκάλες κόκκινο σπιτικό κρασί από το χωριό και η εκδρομή του κυνηγιού, σταμάτησε οριστικά εκείνη την μέρα στον αέρα και συνεχίστηκε με κέφι στην εύφορη μάνα γη. Τότε μάλιστα, δεν υπήρχαν τα ενοχλητικά κινητά να κουδουνίζουν όποτε τους καπνίσει, μεταφέροντας άσκοπες ερωτήσεις, απορίες, αγωνίες, διακόπτοντας με αγένεια τις ιστορίες και τα αστεία του οποιουδήποτε ομιλητή.  Όλα ήταν τόσο απλά, αρμονικά και ωραία. Η παρέα έμεινε καθισμένη κοντά στις ελιές, σε ένα άνοιγμα από τα κλαδιά τους, που άφηνε τον αδύναμο ήλιο του φθινοπώρου να φτάσει τους πέντε άντρες και να τους ζεστάνει. Το τι ιστορίες ακούστηκαν και κατορθώματα του μακρινού παρελθόντος, μόνο οι κυνηγοί μπορούν να αντιληφθούν! Και όσο άδειαζαν οι μπουκάλες από το δώρο του αμπελότοπου γεμίζοντας τα στομάχια των φίλων, τόσο μεγάλωναν τα θηράματα και οι επιτυχίες στις ιστορίες των κυνηγών!

Από Κυνηγετική εκδρομή στο Καπανδρίτι

Αφού σώθηκε και η τελευταία σταγόνα από το κρασί και η τελευταία μπουκιά από το ζυμωτό ψωμί, έφτασε η ώρα της επιστροφής. Μάζεψαν λοιπόν αυτά που είχαν στρώσει, τους άδειους κάλυκες που είχαν γεμίσει πλαστικό το χωράφι και τα όπλα μπήκαν στις θήκες τους. Φορτώθηκαν όλοι στο αυτοκίνητο και πήραν το δρόμο του γυρισμού, χαζεύοντας από τα παράθυρα τις τσίχλες που πετούσαν χαρούμενες από δέντρο σε δέντρο. Φτάνοντας στο σπίτι, τους υποδέχτηκαν οι γυναίκες, καμαρώνοντας για τους άντρες τους και βαριανασαίνοντας για τις πολλές τσίχλες που είχαν να ετοιμάσουν για το βράδυ. Από εδώ και πέρα, το κυνήγι περνούσε σε γυναικεία επιδέξια χέρια, παίρνοντας μοναδική γεύση και άρωμα.

Τις επόμενες ώρες, οι τρείς κυνηγοί ξεκουράστηκαν και οι τσίχλες ετοιμάστηκαν από τις συζύγους. Το δειλινό, πάντα στην ώρα του, έφτανε φέρνοντας μαζί του και την τελευταία πράξη του κυνηγιού εκείνης της Κυριακής. Κάπως αργοπορημένοι, έφτασαν και τα δύο πειραχτήρια με τις γυναίκες τους και έτσι συμπληρώθηκε και πάλι η πεντάδα, συν τις γλυκές συζύγους τους αυτή τη φορά. Το τραπέζι στρώθηκε, τα πιάτα γέμισαν με τις πεντανόστιμα μαγειρεμένες τσίχλες, οι μπουκάλες γέμισαν το άδειο τους με κόκκινο κρασί και το ψωμί ακούμπησε απαλά το ξύλινο τραπέζι. Το κυνήγι πλησίαζε στο τέλος του, μαζί με τα πέπλα του σκοταδιού εκείνης της νύχτας, που άπλωναν απαλά πάνω από το χωριό.

Κώστας καραπατάκης & Γιάννης Ξανθόπουλος

Η τουφεκιά, είναι το πιο ασήμαντο και τελευταίο στοιχείο για τους λάτρεις του κυνηγιού. Πολλοί δυστυχώς, στέκονται μόνο εκεί, αγνοώντας, παραβλέποντας και ξεχνώντας την μαγεία που σου προσφέρει μία κυνηγετική εκδρομή στη φύση και στο δάσος. Αυτό που μετράει πάνω από όλα βέβαια,  είναι η καλή παρέα και η κοινή αγάπη τους για το κυνήγι. Κάτι που ένωσε την παρέα των τριών κυνηγών για πολλά χρόνια, προσφέροντας μόνο χαρές τόσο στους ίδιους, όσο και στους γύρω τους.

Γραμμένο για τις όμορφες στιγμές του καλοκαιριού που πέρασα παιδί στην αγαπημένη μου Κρήτη, στη Γραμπούσα Χανίων και σε όσους έζησαν ή επισκέφτηκαν το εξοχικό σπίτι στο χωριό.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Ελ.Τύπος Κυνήγι» στις 13-10-2010

Γιώργος Ξανθόπουλος