Ας μιλήσουμε για το έδαφος

Advertisements

Η γιορτινή έναρξη στη Σερβία με ταύρο σουβλιστό

Η παρέα με τους γιους

Στη Σερβία και συγκεκριμένα στα χωριά όπου κυνηγάω τα τελευταία 3 χρόνια, στο Όστρα και στο Μρτσαγιέβτσι κοντά στη περιοχή του Τσάτσακ, οι κυνηγοί έχουν το έθιμο εκεί κοντά στην έναρξη της 12ηςΑυγούστου, να οργανώνουν μία συγκέντρωση για να γιορτάσουν τη νέα κυνηγετική περίοδο. Κανονίζουν λοιπόν μία καλόκαιρη Κυριακή τη σύναξη, ενημερώνουν τηλεφωνικά αλλά και προσωπικά ο ένας τον άλλον, μια που στα χωριά λειτουργούν τα πράγματα και χωρίς το διαδίκτυο και τα εξυπνοτηλέφωνα και η γιορτή οργανώνεται. Συνήθως λαμβάνει χώρα στο κυνηγετικό καταφύγιο που έχει χτιστεί από τους συγκυνηγούς μου και βρίσκεται στο βουνό Όστριτσα, σε υψόμετρο περίπου 500 μέτρων. Πέρσι το κόστος συμμετοχής ήταν 1000 δινάρια (κάτι λιγότερο από 10 ευρώ) και κανείς δε διαμαρτυρήθηκε ή δυσαρεστήθηκε με την τιμή και αυτό φάνηκε από την πολυπληθή συμμετοχή. Οι μπύρες, τα κρασιά και λίγα αναψυκτικά, αγοράζονται από τους κυνηγούς και καταφτάνουν από πολύ νωρίς στο καταφύγιο, με ένα μεγάλο τροχοφόρο ψυγείο, το οποίο λειτουργεί αυτόνομα και τα διατηρεί παγωμένα. Η ρακί εδώ δε μπαίνει ποτέ στη ψύξη και μοιράζεται από πλαστικά και γυάλινα μπουκάλια, που ξεγλιστρούν από τα αυτοκίνητα και τις τσέπες και γεμίζουν χαρά και χαμόγελα τις καρδιές και τα πρόσωπα όσων την τιμούν.Πάμε τώρα στο πιο ενδιαφέρον και εντυπωσιακό μέρος της γιορτής, που δεν είναι άλλο από το σουβλιστό κρέας. Και τι κρέας… Σουβλιστός ταύρος… Πέρσι το βάρος του ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ μισός τόνος και για να μεταφερθεί, να ετοιμαστεί, να περαστεί στη σούβλα και να ψηθεί όλος αυτός ο όγκος,

Ο Ζόραν δίνοντας οδηγίες…

θέλει όσο να ‘ναι ιδιαίτερη φροντίδα και προσπάθεια. Κάποιος συγκυνηγός λοπόν, έχει ένα μικρό κοπαδάκι με ταύρους και μια που η Ισπανία πέφτει μακριά και τα μεταφορικά ακριβά, τους πουλάει στους γύρω χωριανούς προς πάσα χρήση. Έτσι λοιπόν, ο τοπικός Κυνηγετικός Σύλλογος είπε να δανειστεί ένα ταυράκι από το φίλο μας για να το περάσει στη σούβλα να κόβει βόλτες μέχρι να ζαλιστεί. Η μεταφορά του έγινε με ένα αγροτικό αυτοκίνητο και όταν έφτασε στο καταφύγιο ξεκίνησε το επόμενο στάδιο, που ήταν το πέρασμα στη σούβλα, το κοπιαστικότερο ίσως μέρος της διαδικασίας. Ωστόσο, για να μπορέσει να κρατήσει η σούβλα ένα τέτοιο ζώο με μέγεθος όσο περίπου των μενίρ που κουβαλάει ο Οβελίξ, έπρεπε να πάμε σε πατέντα, γιατί η καημένη η αγορά που να προβλέψει τις ανάγκες των Σέρβων κυνηγών. Οι σούβλες είναι για γουρουνάκια, αρνάκια άντε το πολύ για κανένα μοσχαράκι (δεν έχω δει ποτέ…).Αλλά ταύρος…που…Το ρόλο της κυκλώπειας σούβλας λοιπόν, παίζει ένας καλοξυσμένος και ευθύς κορμός δέντρου, ο οποίος περνιέται με τον παραδοσιακό κατά τα άλλα τρόπο και στηρίζεται σε δύο διχάλες επίσης δέντρων. Αφού τελειώσει και αυτή η εργασία, προχωράμε στον τρόπο που θα φέρνει κύκλους ο ταύρος για να ψηθεί. Ο τρόπος είναι απλός και είναι ο ακόλουθος. Στη μία άκρη του κορμού – σούβλας, έγιναν δύο διαμπερείς τρύπες, από όπου πέρασαν δύο μεταλλικές ράβδους μήκους κάτι παραπάνω από 1 μέτρο που έπαιζαν τον ρόλο της τροχαλίας. Φρόντισαν να είναι αρκετά μακριές ούτως ώστε να γίνει σχετικά εύκολο το σούβλισμα, γιατί αλλιώς, ούτε ο Τσακ Νόρις δε θα μπορούσε να

Ο ταὐρος σε πρώτο πλάνο… και τελευταίο

γυρίσει τη σούβλα. Αφού λοιπόν ο ταύρος πέρασε και αυτή τη δοκιμασία, προχωρήσαμε στο ψήσιμο που είχε οργανωθεί με τον παρακάτω τρόπο. Επειδή η ανάγκη σε κάρβουνα ήταν πολύ μεγάλη, είχαν ανάψει μία δεύτερη φωτιά, όπου έκαναν τα ξύλα κάρβουνα και τα μετέφεραν κάτω από τον ταύρο για να ψηθεί. Έτσι δε ξεμείναμε από κάρβουνα ούτε στιγμή και γλίτωσε και ο ταύρος το κρυολόγημα στο βουνό.Κατά τη διάρκεια του ψησίματος, διότι έχει και συνέχεια η ιστορία με το «λουκουμά», τοποθετήθηκαν δύο ταψιά κάτω και λίγο έξω από το κέντρο βάρους του ταύρου, πάνω στα κάρβουνα, με ένα ζουμί νοστιμότατο το οποίο αποτελούνταν από  ηλιέλαιο (το ελαιόλαδο δε το χρησιμοποιούν τόσο όσο εμείς), αλάτι, πιπέρι, ρίγανη και κάποια άλλα υλικά που δε πρόλαβα να δω για να σας ενημερώσω. Τα κομμάτια του θηρίου που έπαιρναν χρώμα, τα βουτούσαν μέσα στα ταψιά όπου έπαιρναν μία ωραιότατη γεύση και άρωμα και έπειτα κατέληγαν στα πιάτα των μερακλήδων κυνηγών. Τι γινόταν όμως στην περίπτωση που κάποιος πεινασμένος βιαζόταν να φάει και έκοβε μεγάλο κομμάτι που από μέσα ήταν άψητο; Κανένα πρόβλημα. Η σερβική λύση ήταν και πάλι παρούσα. Απλά βουτούσαν το άψητο κομμάτι μέσα στο ταψί που ακουμπούσε στα κάρβουνα και το άφηναν εκεί έως ότου καλοψηθεί. Βέβαια από σουβλιστό είχε γίνει σε 5 λεπτά βραστό αλλά και τη γεύση του την είχε και τον σκοπό του δε τον άλλαζε.Αφού λοιπόν το φαγοπότι είχε ανάψει για τα καλά, όσοι ένιωθαν τα βλέφαρά τους να βαραίνουν από τη μπύρα, τη ρακή και το κρέας, πήγαιναν διακριτικά για να μην τους κράξουν οι υπόλοιποι στην καλύβα και έριχναν έναν υπνάκο μέχρι να ξαναδιψάσουν και να ξαναπεινάσουν. Οι εναπομείναντες κυνηγοί που δεν κοιμήθηκαν, συνέχισαν να ελαφραίνουν τον ταύρο μέχρι που το απόγευμα είχε μείνει κρέας μόνο στα μπούτια που ήταν και τα πιο δύσκολα στο ψήσιμο και κάτι ρέστα στα

Λίγο πριν τη λήξη του αγώνα…

πλευρά.Προσωπικά δε μπορώ να πω ότι το κρέας του ταύρου ήταν κάτι το ιδιαίτερο, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Όπως το αρνί για παράδειγμα, σε άλλους μυρίζει και σε άλλους όχι. Περί ορέξεως ουδέν σχόλιον. Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, πέραν βέβαια του είδους και του μεγέθους του σουβλιστού, ήταν ότι στα τραπέζια υπήρχε μόνο κρέας, ψωμί και αλκοόλ. Σαλάτα ούτε για ανάμνηση. Αυτό ενδεχομένως να μπορεί να δικαιολογηθεί, με το ότι δεν υπήρχε καμία γυναίκα στην παρέα και άντρας μεταξύ αντρών να αγοράσει και να κόψει σαλάτα… μάλλον θα φαινόταν ύποπτο και πολύ πιθανόν ο εθελοντής να γινόταν η… Άρτεμις του δάσους τούδε και στο εξής. Κάτι άλλο εξίσου αξιοπαρατήρητο είναι ότι ποτέ, στα 3 σχεδόν χρόνια (πέρασαν κι όλας τόσα…) που γνωρίζω τους κυνηγούς και παρόλες τις μεγάλες ποσότητες που πίνουν, δεν έχει δημιουργηθεί στο παραμικρό η οποιαδήποτε παρεξήγηση ή τσακωμός κατά τη διάρκεια ενός γλεντιού, όσο πιωμένοι και να είναι. Είναι πολύ δεμένοι μεταξύ τους και απλά το διασκεδάζουν, άσχετα με το αν αρκετές φορές γίνονται χοντρές πλάκες. Αυτό σίγουρα οφείλεται και στο γεγονός ότι είναι μαζί μεγαλωμένοι από παιδιά, είναι όλοι κτηνοτρόφοι και γεωργοί και έχουν το ίδιο πάθος, το κυνήγι. Πολλά κοινά στοιχεία δηλαδή που τους δένουν μεταξύ τους.Η ημερομηνία που έγινε το γλέντι ήταν 5 Σεπτεμβρίου και όπως μπορείτε να δείτε στις φωτογραφίες, είμασταν όλοι, 150-200 άτομα, με μακρυμάνικα. Κάποια στιγμή μάλιστα γύρω στις 12:00 έπεσε μία πυκνή σχετικά ομίχλη, αλλά δεν μας ενόχλησε στο ελάχιστο. Εμείς συνεχίσαμε να τρώμε και να πίνουμε και ο ταύρος συνέχισε να γυρίζει ατάραχος. Καμία αλλαγή. Όμορφη στιγμή ήταν επίσης όταν εμφανίστηκαν και τα όργανα, μία κιθάρα, ένα κοντραμπάσο και μία τούμπα καθότι βέβαια γλέντι χωρίς όργανα και μουσική δεν υφίσταται, οπότε ήρθε και συμπληρώθηκε το καρέ. Ήταν μία πολύ ωραία μέρα, ένα ολοήμερο κυνηγετικό γλέντι με λίγη οργάνωση και πολύ κέφι που ελπίζω να καταφέρω να παρευρεθώ και φέτος όταν οργανωθεί, εκεί γύρω στο Σεπτέμβρη.

Καλή και ασφαλή κυνηγετική χρονιά να έχουμε όλοι, γεμάτη συγκινήσεις και αξέχαστες στιγμές με τους φίλους μας.

Να είστε καλά.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ¨Τύπος Κυνήγι¨ τεύχος 145 στις 22 Αυγούστου 2012

Γιώργος Ξανθόπουλος

Καταμέτρηση θηραμάτων στη Σερβία (…με ολίγη από ρακή)

Πέρασε σχετικά γρήγορα η φετινή κυνηγετική περίοδος με λίγα θηράματα, πολύ χιόνι και κρύο. Με την είσοδο της άνοιξης στο ημερολόγιο, στους κάμπους και τα βουνά, τα χιόνια έλιωσαν, τα ποταμάκια γέμισαν νερό – όχι όσο ήταν αναμενόμενο – και οι πρώτες πράσινες άκρες στα φυτά, αντίκρισαν ήδη τον ήλιο. Τα νεότερα από το Βελιγράδι και συγκεκριμένα από την ευρύτερη περιοχή του Τσάτσακ, είναι το κάλεσμα του κυνηγετικού συλλόγου του Μερτσέφσκι στον οποίο ανήκω, για καταμέτρηση θηραμάτων, λαγών, φασιανών και πεδινής πέρδικας. Μαζευτήκαμε λοιπόν πριν από 3 εβδομάδες, νωρίς το πρωί κατά τις 8:00, 30 άτομα περίπου, από τα 50-60 συνολικά μέλη του συλλόγου και μετά από τα καλαμπούρια και τα συνήθη αλληλοπειράγματα, ο πρόεδρος του συλλόγου μας καλωσόρισε επίσημα στην ωραία αυτή σύναξη, δίνοντας μας παράλληλα και οδηγίες, σχετικά με τον τρόπο αλλά και τον τόπο της καταμέτρησης. Συγκεκριμένα, είπε ότι θα ερευνήσουμε μία αρκετά μεγάλη περιοχή κάμπου, προχωρώντας όλοι σε μία νοητή ευθεία, αναγκάζοντας τα ζώα να ξεσηκωθούν από την κρυψώνα τους, δίνοντάς μας την ευκαιρία να υπολογίσουμε τους πληθυσμούς τους. Μας μοίρασε μάλιστα από ένα σημειωματάριο και ένα στυλό, όπου θα σημειώναμε το είδος του ζώου, την περιοχή που το εντοπίσαμε, καθώς επίσης την ώρα και τον πληθυσμό που συναντήσαμε. Με το που ξεκινήσαμε λοιπόν, αρκετοί έβγαλαν τα φλασκιά τους με τη ρακί και αμέσως σκέφτηκα ότι η νοητή ευθεία που υποτίθεται ότι θα κινούσαμε, μάλλον θα θύμιζε σαλίγκαρο στα επόμενα λεπτά.. Πολύ σύντομα, ένας λαγός ξεσηκώθηκε από ένα οργωμένο χωράφι, χαρίζοντας μας τις πρώτες στιγμές αγωνίας και γέλιου. Ομολογώ, ότι ήταν η πρώτη φορά που είδα λαγό να τρέχει τόσο γρήγορα και η εξήγηση είναι ότι υπήρχε πολύς ελεύθερος χώρος, ανοιχτός, με περιοδική θαμνοκάλυψη αλλά και συστάδες από δέντρα, οπότε ο ¨εκλεκτός¨ είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει τη μέγιστη ταχύτητά του και εμείς να τον παρακολουθούμε ευχαριστημένοι από το θέαμα, μέχρι που χάθηκε. Ήταν μάλιστα τέτοια η ταχύτητά του, που νόμιζε κανείς ότι τα πόδια του δεν ακουμπούσαν καν στο έδαφος. Σε λιγότερο από ένα λεπτό, ένας δεύτερος λαγός, το ζευγάρι του προφανώς, έφυγε σε απόσταση 5 μέτρων από μένα, κάνοντας με να νιώσω μεγάλη τύχη, που τον είδα από τόσο κοντά, να σηκώνεται, να ξεκινάει και στη συνέχεια να χάνεται προς την ίδια κατεύθυνση που είχε ακολουθήσει και ο προηγούμενος, αναπτύσσοντας την ίδια ταχύτητα. Ακολούθησαν 3 φασιανοί στην επόμενη ώρα και μετά…σιγή. Η ρακή νίκησε την ευθεία, κάποιοι σταμάτησαν να ξαποστάσουν σε παχιές σκιές και σιγά σιγά, ήρθε η χαλαρότητα δυστυχώς στην ομάδα. Βγήκαν και κάτι μεζέδες παράλληλα από τα σακίδια, οπότε ¨μέτρο μέτρο το ποτό μου, το μετράω και μεθώ¨, που θα μπορούσε να λέει και το άσμα. Αφού λοιπόν σώθηκαν όλοι οι μεζέδες, εξατμίστηκε σε λαρύγγια όλη η ρακή, έφτασε και ο ήλιος στα ψηλά του, ο πρόεδρος σήμανε τη λήξη της καταμέτρησης με μία ωραία χάλκινη σάλπιγγα και σε λιγότερο από μισή ώρα, άλλοι περπατώντας, άλλοι τρεκλίζοντας και άλλοι τραγουδώντας, επιστρέψαμε στο σημείο εκκίνησης.  Όσο προσπαθούσε να μείνει σοβαρός, τόσο τον πείραζαν οι συγκυνηγοί με φωνές αστεία και χειροκροτήματα. Εκεί που δεν άντεξε άλλο και έβαλε τα γέλια, ήταν όταν ξεκίνησε να διαβάζει τα χαρτιά της καταμέτρησης που του δώσαμε. Πέρα από τους λαγούς, τους φασιανούς, δυστυχώς πεδινές δε βρήκαμε, πολλοί είχαν γράψει ότι είδαν δεινόσαυρους, κένταυρους, δράκους και άλλα ¨συνήθη¨πλάσματα του δάσους, κάνοντας τα μέλη του συλλόγου να μοιάζουν με σχολιαρόπαιδα σε εκδρομή. Αφού τελικά μας ευχαρίστησε για τη συμμετοχή, τόνισε ότι όσοι δε συμμετείχαν στην καταμέτρηση, θα χρεωθούν με ένα πρόστιμο 20 ευρώ τις επόμενες μέρες (η άδεια κοστίζει 85 ευρώ αν την πληρώσει κανείς σε δύο ισόποσες δόσεις, Φεβρουάριο την πρώτη και Ιούνιο τη δεύτερη, αλλιώς, αν καθυστερήσει πέρα από τον Ιούνιο, το κόστος είναι 110 ευρώ). Ομολογώ ότι ήταν μία πολύ όμορφη κυνηγετική εκδρομή, επανάληψη της περσινής και μάλιστα για έναν ιδιαίτερα χρήσιμο και καλό σκοπό. Τα θηράματα είναι λίγα για την ώρα, αλλά πιστεύω ότι η Άνοιξη με την παιδοποιεία της θα κάνει το θαύμα της. Μάλιστα σε επικοινωνία που είχα με τον κ. Κυπρίδημο, εκφράζοντας του την απογοήτευσή μου για τους μικρούς πληθυσμούς των θηραμάτων, μου συνέστησε να μην ανησυχώ, γιατί στην Αγγλία, η κυνηγετική χρονιά που ακολουθεί ύστερα από έναν βαρύ χειμώνα, είναι πολύ καλή. Αναμονή λοιπόν και ελπίδα.

15-3-2012
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ¨Τύπος Κυνήγι¨ στις 27-6-2012.

Γιώργος Ξανθόπουλος

Ημερολόγιο Κυνηγού : 2η κυνηγετική εκδρομή στην Όστρα

Κυριακή 14 Νοεμβρίου

Άλλη μία εβδομάδα εργασίας πλησίαζε στο τέλος της και με το που είδα το ρολόι να γράφει 16.00 ξεφύσηξα από μέσα μου την κούραση της ημέρας και ψιθύρισα «για να δούμε πως θα πάει το κυνήγι αυτή την Κυριακή». Έφερα στο μυαλό μου την εικόνα της προπροηγούμενης εβδομάδας με τον λαγό στα χέρια μου και σκέφτηκα πως καλύτερο ξεκίνημα για τις κυνηγετικές μου εκδρομές, δεν είχα ξανακάνει ποτέ ως τώρα. Οπότε, μόνο αισιόδοξος ήμουν για το δεύτερο κυνήγι μου, που θα ξεκινούσε σε 36 ώρες περίπου.

Μέσα σε λίγα λεπτά, οδηγούσα το αυτοκίνητο με πορεία προς το σπίτι και φτάνοντας σε αυτό, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να τηλεφωνήσω στον Άτσο να κανονίσουμε για την Κυριακή. Αφού με βεβαίωσε ότι όλα βαίνουν καλώς για την Κυριακή και προχωράμε «βάσει σχεδίου» δηλαδή ότι θα πάμε για κυνήγι όπως είχαμε συμφωνήσει, με κάλεσε να κοιμηθώ σπίτι του για να μην τρέχει τα ξημερώματα να έρθει να με πάρει από το διπλανό χωριό. Συμφώνησα και του είπα ότι θα ξεκινήσω από το Βελιγράδι το απόγευμα του Σαββάτου.

Οι ώρες πέρασαν και το απόγευμα του Σαββάτου, με βρήκε ντυμένο με τα κυνηγετικά στο αυτοκίνητο. Το δίκαννο λυμένο, χαλάρωνε στη θήκη του,  ο σάκος με τα απαραίτητα στο πίσω κάθισμα και έτοιμος προς αναχώρηση για το χωριό. Η απόσταση από το Βελιγράδι, αν και είναι μόνο 165 χλμ. χρειάζονται ωστόσο 3 ολόκληρες ώρες για να διανυθούν. Ο λόγος είναι ότι ο δρόμος είναι αγροτικός, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, χαμηλά όρια ταχύτητας (60 χλμ ανώτατη στο 90% της διαδρομής) και την αστυνομία να παραμονεύει μετά από κλειστές στροφές, στο τέλος των ευθειών, πίσω από στάσεις λεωφορείων, πάνω σε δέντρα, μέσα σε ποτάμια και γαντζωμένη σε πλαγιές και ραχούλες. Οπότε, οδήγηση νομιμότατη και συνείδηση χαλαρότατη.

Ύστερα από σχεδόν 3 ώρες οδήγησης, έσβησα τη μηχανή του αυτοκινήτου δίπλα στο στάβλο, που βρίσκεται μέσα στο οικόπεδο του Άτσο. Ένας μεγάλος ισόπεδος χώρος, με αρκετά κτίσματα, όπου φιλοξενούνται 12 αγελάδες με ένα νεοαφιχθέν μοσχαράκι, καμιά 20αριά  πρόβατα, αρκετές κότες και γύρω στα 10 γουρούνια, εκ των οποίων τα 8 ήταν νέας σοδειάς. Όλα αυτά τα ζώα, του προσφέρουν κρέας από τα πιο νόστιμα που έχω γευτεί ποτέ, είτε αυτό είναι ψητό στον παραδοσιακό φούρνο με ξύλα, είτε αποξηραμένο καπνιστό χοιρινό φιλέτο, είτε κούπους, λάχανο με κρέας βραστό στην κατσαρόλα, είτε τσβάρτσι, λαρδί δηλαδή βρασμένο, μετά ψημένο, με μπόλικο αλάτι. Μεζές πρώτης. Από το γάλα των αγελάδων, φτιάχνει ένα είδος ανθότυρου, το οποίο είναι πολύ νόστιμο αν και ανάλατο, καθώς και το καϊμάκι, που είναι ο αφρός του γάλακτος όταν σιγοβράζει. Κορυφαίες γεύσεις…κορυφαία λιπαρά. Όλοι αυτοί οι μεζέδες βέβαια, συνοδεύονται όλο το 24ωρο αυστηρά και μόνο, με ρακί από δαμάσκηνα. Είναι προσβολή να  τα συνοδέψει άλλο ποτό.. Βγήκα λοιπόν έξω από το αμάξι και με καλωσόρισε μία αγελάδα μουγκρίζοντας, κάτι που αντιλήφθηκα ως «Καλησπέρα». Πήρα το δίκαννο, τον σάκο, την αισιοδοξία μου και βάδισα προς το σπίτι που βρισκόταν μερικά μέτρα πιο κάτω. Χτυπώντας την πόρτα, μου άνοιξε ο Μίσο, ο γιος του Άτσο, με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά. Ανταπέδωσα και αφού πέρασα μέσα, είδα μία σκηνή τόσο παραδοσιακή, γνωστή και ζεστή, σαν βγαλμένη από χρόνια πίσω. Στο δωμάτιο, όπου και αν έπεφτε η περίεργη ματιά, αντίκριζε ξύλο. Στο πάτωμα στους τοίχους, στο ταβάνι. Στη μία μεριά του τοίχου ήταν κολλημένος ένας πάγκος και ακολουθούσε το μεγάλο τετράγωνο τραπέζι, σύμβολο οικογενειακής σύναξης. Γύρω του, κάθονταν πλήρης η οικογένεια, με τον Άτσο, τη γυναίκα του, τις κόρες του και φυσικά τη μητέρα του. Αρχίσαμε λοιπόν να λέμε για το κυνήγι και τα πιάτα με τους μεζέδες ερχόντουσαν αγκαζέ με τη ρακί. Μπουκιά γουλιά μιλιά, πέρασε η ώρα και έπρεπε να πέσουμε για ύπνο, να ξεκουραστούμε ο Άτσο από τα χωράφια και εγώ από την οδήγηση. Μου ετοίμασαν λοιπόν το κρεβάτι στην τραπεζαρία, μπούκωσαν και την εστία με ξύλα για να με κρατάει ζεστό και καληνυχτίσαμε ο ένας τον άλλον. Σύντομα, το έξω σκοτάδι έπεσε και στα βλέφαρά μου και αποκοιμήθηκα σκεπτόμενος γρήγορους λαγούς και πολύχρωμους φασιανούς.

Μέσα στην ηρεμία του ύπνου μου, άκουσα ξαφνικά μία τόσο δυνατή μουσική, που κόντεψα να μου μείνω στα χέρια! Η σύζυγος του Άτσο, με έκοψε φαίνεται για ασήκωτο το πρωί και για να σιγουρέψει το ξύπνιο μου, ρύθμισε το ξυπνητήρι της τηλεόρασης, με τον ήχο στα κόκκινα! Τέτοια τρομάρα, είχα να πάρω από την εποχή που είχαμε ακόμα τη δραχμή. Πανικός. Αφού τελοσπάντων έκλεισα την τηλεόραση, με τρεμάμενα χέρια από την υπερένταση, άνοιξα την πόρτα και αντίκρυσα τον Άτσο. «Έτοιμος;» με ρώτησε. «Φύγαμε» του είπα. Και σε λίγα λεπτά μπαίναμε στο ηρωικό Λάντα, αρχίζοντας έτσι την δεύτερη κυνηγετική μας εκδρομή.

Εκείνη την ημέρα, η παρέα ήταν μικρή, αλλά παρόλα αυτά εκλεκτή. Ο Άτσο, ο Μίσο, ο Σάσα και εγώ, με μερικά κυνηγόσκυλα επίσης, που θα μας βοηθούσαν με τα θηράματα. Η παγωνιά που έφερνε το ξημέρωμα, χάθηκε στις πρώτες ηλιαχτίνες και η θερμοκρασία ήταν και πάλι ιδιαιτέρως υψηλή, όπως και την προπροηγούμενη Κυριακή. Μας ταλαιπώρησε αρκετά αλλά το κυνήγι κυνήγι. Είχαμε διανύσει μία αρκετά μεγάλη απόσταση από το σημείο όπου είχαμε παρκάρει και δεν είχαμε εντοπίσει ούτε φτερό, ούτε λαγό. Τζίφος η υπόθεση. Είχαμε απογοητευτεί, αλλά ποιος να το μαρτυρήσει. Τελικά, μετά από κανένα 3ωρο αφλογιστίας, ο Σάσα με τη βοήθεια του σκύλου του, σήκωσε έναν ωραίο φασιανό και μετά.. τον κατέβασε.. Ωραίος, αρσενικός, πολύχρωμος φασιανός, καλοαναθρεμμένος από τα πέριξ καλαμπόκια, πέρασε σε μία στιγμή από το «ζωή και κότα» στο «ζωή στα χόρτα» (ανάποδα..). Χαρές στην ομάδα, χαμόγελα και άντε πάλι τον ανήφορο μέσα στη ζέστη. Τα θηράματα, εμφανώς λιγότερα από πέρσι, τόσο οι λαγοί όσο και οι φασιανοί, μας πίκραναν, αλλά τη συγκεκριμένη στιγμή, δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι. Συνεχίσαμε, διασχίζοντας καλαμποκιές, κινηθήκαμε στα όρια του δάσους, κοντά σε ποταμάκια και δίπλα σε εγκαταλελειμμένα σπίτια. Κανένα δίωρο αργότερα, ο Μίσο που βρισκόταν δίπλα μου, περπατώντας σε ξερόχορτα ύψους 1,5 μ. περίπου, έκανε έναν ακόμα φασιανό να κράξει δυνατά, καθώς υψώνονταν προς τον ουρανό για να ξεφύγει. Σήκωσε το δίκαννο του, σημάδεψε καλά και πυροβόλησε. Το πολύχρωμο πουλί, προσγειώθηκε με δύναμη στην ξανθή γη και ο Μίσο έτρεξε γεμάτος χαρά να τον μαζέψει. Οι δύο από τους τέσσερις σάκους είχαν γεμίσει, οπότε το κυνήγι θεωρούνταν τυπικά «επιτυχημένο». Στην πραγματικότητα και τίποτα να μην είχαμε πιάσει και ας μουτρώναμε που δεν είχε φέτος θηράματα, μέσα μας τα ευχαριστιόμασταν όσο τίποτα. Η παρέα, οι πλάκες, οι γκάφες, οι αστοχίες και οι ευστοχίες, όλα αυτά άφηναν ελάχιστο χώρο στην καρδιά μας, για τον οποιοδήποτε φασιανό ή λαγό.

Κοντεύαμε πια τις 7 ώρες περπάτημα, αλλά όσο και να πίστευα ότι θα πεταχτεί από στιγμή σε στιγμή ένας λαγός ή ένας φασιανός μπροστά μου, τόσο δεν επαληθεύονταν οι προσδοκίες μου. Είχα γλυκαθεί από τον λαγό της προπροηγούμενης Κυριακής τις τελευταίες ώρες του κυνηγιού και νόμιζα ότι κάθε μέρα είναι γιορτή. Και πράγματι είναι. Απλώς μία είναι για τον κυνηγό και μία για τα θηράματα. Δίκαιο, σωστό και πρέπον. Οπότε, αποφάσισα να αφήσω τα θηράματα να χαρούν τη δική τους γιορτή και αποχώρησα με τους φίλους μου πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Ήταν άλλωστε μία υπέροχη ηλιόλουστη μέρα, ότι έπρεπε για περπάτημα, για εκδρομή και για κυνήγι. Αποχαιρετήσαμε τον φιλόξενο κυνηγότοπο, λύσαμε τα όπλα μας και μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Ο Άτσο πάντα καλαμπουρτζής και χαμογελαστός, ο Σάσα και ο Μίσο χαρούμενοι για τους φασιανούς τους και εγώ, βυθισμένος σε σκέψεις… «Α ρε λαγέ ρε φασιανέ, που κρύφτηκες στο δάσος. Εσύ βόσκεις χαρούμενος και ‘γω γυρνώ μονάχος».. «Θα με δουλεύουνε στο σπίτι, που ‘ναι ο λαγός που είπα, και θ’απαντάω σοβαρός «αλήθεια σας λέω παρά τρίχα»…

 Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Τύπος Κυνήγι» στις 2-3- 2011.

Γιώργος Ξανθόπουλος

Ημερολόγιο Κυνηγού : Έναρξη κυνηγετικής περιόδου στη Σερβία-Λαγός Νο2

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Μετά από μία πολύμηνη αναμονή, έφτασε επιτέλους ο καιρός της έναρξης της κυνηγετικής περιόδου, εδώ στη Σερβία. Ο άκαπνος χρόνος, όσο πολύς και αν ήταν, τελικά κύλησε αργά, σταθερά, προγραμματισμένα, πλημμυρισμένος από σκέψεις και όνειρα για όμορφα κυνήγια, σε πανέμορφους καταπράσινους τόπους, με καλή παρέα. Όλο το προηγούμενο διάστημα, το μόνο κυνήγι που γινόταν καθημερινά, ήταν αυτό της κυνηγετικής και περιβαλλοντικής είδησης στο διαδίκτυο, προκειμένου να υπάρχει συνεχής ενημέρωση για τη νέα κυνηγετική περίοδο, τόσο στη Σερβία, όσο και στην Ελλάδα, μέσω του ιστολογίου.

Μερικές μόνο εβδομάδες πριν, είχα καταφέρει να φέρω το δίκαννό μου στη Σερβία και η αγωνία αλλά και η χαρά ήταν μεγάλη, μια που θα κυνηγούσα επιτέλους, για πρώτη φορά, σε ξένη χώρα με το αγαπημένο μου όπλο. Οι κυνηγοί, ξέρουν  και κατανοούν καλύτερα από τον καθένα, πόσο σημαντικό είναι, να κυνηγάς με το δικό σου όπλο που γνωρίζεις, σου “έρχεται” άμεσα και το ξέρεις απέξω και ανακατωτά. Ψυχολογικά και μόνο, σου φτιάχνει την διάθεση.

Να λοιπόν, που όλα ήταν έτοιμα για την πρώτη κυνηγετική εκδρομή, της νέας περιόδου. Το προηγούμενο βράδυ, η συνάντηση κανονίστηκε για τις 04:30 τα ξημερώματα, έξω από το εξοχικό σπίτι με τον όμορφο πράσινο κήπο, στη Μπρέζνιτσα, κάπου κοντά στο Τσάτσακ. Ως συνήθως, ήμουν έτοιμος αρκετά πιο πριν και βγαίνοντας έξω, ακούγοντας την πόρτα να τρίζει χαμογέλασα, καθώς θυμήθηκα την πρώτη ιστορία που είχα γράψει, για τον πρώτο μου λαγό πέρσι στα ίδια μέρη. «Κάποιος πρέπει να λαδώσει επιτέλους αυτή την πόρτα» σκέφτηκα, συνεχίζοντας να χαμογελάω. Μετά από μερικές δεκάδες μέτρα, βρέθηκα στο χωματένιο δρόμο. Ακούμπησα σε μία πέτρα τον σάκο μου και πέρασα τη θήκη με το δίκαννό μου στον ώμο. Κοίταξα ψηλά. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από πέρσι. Τα αστέρια στην ίδια πάντα θέση, όπως αιώνες τώρα, κάποια αεροπλάνα με τους ξενυχτισμένους τους επιβάτες να κόβουν βόλτες στον ουρανό, μερικά αστέρια που βαρέθηκαν να στέκουν χωρίς λόγο και αποφάσισαν να πέσουν γράφοντας το κύκνειο άσμα τους με την φωτεινή ουρά τους στην ατμόσφαιρα και παντού τριγύρω θόρυβοι. Ανεπαίσθητοι, απότομοι, πότε μακρινοί και πότε ανησυχητικά κοντινοί. Η φύση πάντα ξαγρυπνά. .

Σε λίγα λεπτά, φάνηκαν κάποια φώτα σε μεγάλη απόσταση και ευχήθηκα να είναι ο Άτσο με το Λάντα του, γιατί είχα αρχίσει να νιώθω το κρύο στα χέρια μου. Ευτυχώς, η ευχή μου εισακούστηκε και πραγματοποιήθηκε άμεσα. Χαιρετιστήκαμε λοιπόν και ξεκινήσαμε την πορεία μας για ένα διπλανό χωριό, όπου θα συναντούσαμε και τους άλλους κυνηγούς. Ήταν η μέρα έναρξης του λαγού και του φασιανού και είχε κανονιστεί μία σύναξη, για να γιορτάσουμε το σημαντικό αυτό γεγονός, πρίν την πρώτη εξόρμηση και την πρώτη κυνηγετική εκδρομή μας. Μετά από μερικά λεπτά χωμάτινης διαδρομής, φτάσαμε στον προορισμό μας. Ένα χαμηλό παλιό σπίτι με αυλή, χτισμένο για ασκητές, σπαρτιάτες, κυνηγούς. Τα τσιμεντένια παγωμένα σκαλοπάτια, οδηγούσαν στην αλουμινένια πόρτα, που έκρυβε πίσω της μία μεγάλη συνεχόμενη αίθουσα. Ένα τζάκι με τη φωτιά του, προσπαθούσε απεγνωσμένα να ζεστάνει το χώρο και όπου δεν τα κατάφερνε, ζητούσε τη βοήθεια της ρακής, που ήδη γλιστρούσε στα χαμηλόφτιαχτα ποτηράκια, που ζαλισμένα άδειαζαν, γέμιζαν, σηκωνόντουσαν και ξανακαθόντουσαν στο τραπέζι. Γέλια, χαιρετούρες μεταξύ των συγκυνηγών και χαμόγελα για την ὠρα που επιτέλους ζύγωνε.

Με το που φάνηκε το πρώτο φως της καινούριας μέρας, η νύχτα άρχισε να μαζεύει σιγά σιγά τις μαύρες κουρτίνες της από ουρανό και γη, για να κινήσει σε άλλο τόπο και εμείς αρχίσαμε να δένουμε τα όπλα μας, για να ξεκινήσουμε αισίως, το πρώτο κυνήγι αυτής της νέας περιόδου. Αισιόδοξοι όσον αφορά τον αριθμό των θηραμάτων που θα συναντούσαμε, αλλά και γεμάτοι αγωνία, έως ότου επιβεβαιωθούν οι προσμονές μας, βγήκαμε στην αυλή φωνἀζοντας, καλώντας τα σκυλιά που είχαν στην κυριολεξία τρελαθεί στα γαβγίσματα, κάνοντας αστεία ο ένας με τον άλλον για να πάει καλά η μέρα.

Χωριστἠκαμε σε ομάδες και αρχίσαμε σιγά σιγά να μπαίνουμε στα χωράφια και στα βάτα. Τον πρώτο αρσενικό φασιανό, είχε την τύχη να τον σηκώσει ο Άτσο, αλλά στην πορεία ο φασιανός φάνηκε ο τυχερός και ο Άτσο ο άτυχος, αφού ο πρώτος έφυγε κράζοντας και ο δεύτερος έμεινε βρίζοντας. Συνεχίσαμε και πιο κάτω σηκώθηκαν άλλοι δύο φασιανοί, από τους οποίους ο Μίσο, ο γιός του Άτσο, πήρε τον έναν και τα χαμόγελα απλώθηκαν στην παρέα. Τα σκυλιά είχαν ήδη απομακρυνθεί και προσπαθούσαν να εντοπίσουν λαγούς και φασιανούς, κάνοντας τους να στραφούν προς εμάς. Η μέρα προχωρούσε και η θερμοκρασία ανέβαινε συνέχεια, αφύσικα για την εποχή, κάνοντας μας να ιδρώνουμε και να δυσκολευόμαστε να προσαρμοστούμε από το 0 της νύχτας στο +15 της μέρας.

Στη συνέχεια οι συγκυνηγοί μου πήραν μερικούς φασιανούς, με εμένα να ακολουθώ ως απλός θεατής, μην έχοντας καν την ευκαιρία να τουφεκίσω. Τέτοια ατυχία δεν είχε ξαναγίνει. Όλοι οι φασιανοί από το πρωί, σηκωνόντουσαν κάπου κοντά στον συγκυνηγό δεξιά μου, αριστερά μου, λίγο πιο πἰσω μου, ή αρκετά μακριά μου. Δεν πίστευα αυτό που μου συνέβαινε. Για λαγό φυσικά, ούτε λόγος. Κάποια στιγμή, μου δόθηκε η ευκαιρία να ζεστάνω τις κάννες μου αλλά αστόχησα πανηγυρικά.. για τον φασιανό. Αρκετές στιγμές αργότερα, σε ένα μεγάλο χωράφι με καλαμπόκια, στα όρια του δάσους, κλαφουνίσματα, φωνές και πυροβολισμοί. Σε μία απόσταση περίπου 50 μέτρων από μένα, βλέπω τον Μίσο, να σηκώνει το όπλο και να πυροβολεί μία φορά. Αμέσως μετά βλέπω ένα λαγό, να τρέχει κάνοντας ζιγκ ζαγκ και τον Μίσο να ξανασημαδεύει. Αφού είχε απομακρυνθεί με την ταχύτητά του, ο Μίσο δίνει την τελευταία του τουφεκιά και βλέπω τον λαγό να φέρνει τούμπες και τα σκυλιά να μαζεύονται πάνω του και να γαβγίζουν τρελαμένα. Τον είχε πετύχει. Μαζευτήκαμε όλοι και συγχαρήκαμε τον μικρό συγκυνηγό μας, με το “μεγάλο” θήραμα. Γέλια, αστεία και ο λαγός στο σάκο.

Η ώρα κόντευε 11.00 σχεδόν και το είχα πάρει απόφαση ότι εκείνη την μέρα δεν θα μου δίνοταν η ευκαιρία να πετύχω ούτε παρατημένη κονσέρβα. Η τύχη μου αλλήθωρη και η γκαντεμιά απλόχερη. Εκεί λοιπόν που περπατούσα σε ένα οργωμένο υπερυψωμένο χωράφι, συνέχεια ενός άλλου με καλαμπόκια, ακούω πάλι φωνές από μακριά και κλαφουνίσματα σκύλων. “Βρε λες” μονολόγησα. Με το που ακούω τον Άτσο “Έχε το νου σου από εσένα έρχεται” αδειάζω το δίκαννο από τα φυσίγγια για φασιανό και βάζω τα 2 και μοναδικά 4άρια 36 γρ. που είχα μαζί μου. Κλείνω βιαστικά το δίκαννο και απασφαλίζω την σκανδάλη, ζώντας στιγμές μοναδικές. Κλειδώνω τη ματιά μου στο μονοπάτι που εφάπτονταν αριστερά από το χωράφι που βρισκόμουν και περιμένω. Ξαφνικά, βλέπω μία σκιά να τρέχει γρήγορα στο μονοπάτι, έχοντας σαν προστασία χαμηλούς θάμνους, κατευθυνόμενη προς τη γωνία του χωραφιού όπου υπήρχε ένα χωματένιο σταυροδρόμι που συνέχιζε, αριστερά, δεξιά και ευθεία. Λαγός! Εγώ βρισκόμενος στα δεξιά, παρακαλούσα να μην πάει τουλάχιστον αριστερά γιατί θα τον έχανα. Ευθεία θα είχα λίγες πιθανότητες πετυχημένης βολής, δεξιά τις περισσότερες δυνατές. Φτάνοντας λοιπόν στο σταυροδρόμι, κόβει δεξιά! Σηκώνω το όπλο περισσότερο προσεύχοντας παρά στοχεύοντας και τραβἀω την σκανδάλη, τη στιγμή που ο λαγός σταματάει για λίγα δευτερόλεπτα μόνο, για να μυρίσει και να ακούσει που βρίσκονται οι κυνηγοί που τον καταδιώκουν. Αμέσως μετά την τουφεκιά… βλέπω τον λαγό να σωριάζεται! Αυτό ήταν! Στη στιγμή, τρέχω με κομμένη την ανάσα προς το μέρος του και τον σηκώνω από τα αυτιά. Πρὠτο κυνήγι, λαγός! Απίστευτο! Αφού η τύχη με ταλαιπώρησε όλο το πρωινό, τελικά μου έκανε τη χάρη και τι χάρη! Χαμογελούσα μεθυσμένος από χαρά, αγκαλιαζόμουν με τον Άτσο και δεχόμουν τα συγχαρητήρια των συγκυνηγών, πάντα με το ένα μόνο χέρι, αφού το άλλο κρατούσε σφιχτά τον λαγό από τα αυτιά, σάμπως και θα ζωντάνευε σαν άλλη εφτάψυχη γάτα και με άφηνε άγαλμα να τον κοιτώ να φεύγει. Το κυνήγι για μένα είχε τελειώσει εκείνη την μέρα, μέσα σε απερίγραπτη χαρά και ευτυχία.

Ύστερα από λίγο, αφού περιπλανηθήκαμε στη γύρω περιοχή, αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στη βάση μας, κουρασμένοι, ιδρωμένοι και ταλαιπωρημένοι. Κλασικό κυνήγι δηλαδή. Αφού μαζευτήκαμε όλοι, καμαρώναμε ο καθένας για το θήραμά του, που με τόσο κόπο είχε καρπωθεί. Όσο να’ναι, εμείς που είχαμε τους λαγούς, αντί για φασιανούς, είχαμε ένα διαφορετικό ύφος! Άλλο φτερά και άλλο αυτιά! Βγάλαμε και τις σχετικές φωτογραφίες με διπλό χαμόγελο, αντικαθιστώντας και του λαγού, μια που δεν του βρισκόταν εύκαιρο εκείνη τη στιγμή και πέσαμε στο φαγοπότι του σουβλιστού γουρουνόπουλου, της κρύας μπύρας και της ρακής. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, έριχνα και μια ματιά στο λαγό μου καλού κακού..

Έτσι τελείωσε το πρώτο κυνήγι στη Σερβία φέτος. Με χαμόγελα και απέραντη χαρά. Το καλύτερο ξεκίνημα που είχα κάνει ποτέ, στα χρόνια που είμαι κυνηγός. Το βράδυ πέφτοντας στην κυριολεξία στο κρεβάτι, το σώμα χαλάρωσε, το κεφάλι έγειρε, τα βλέφαρα σκοτείνιασαν τη ματιά, αλλά το χαμόγελο παρέμεινε ακούραστα ακλόνητο στο πρόσωπό μου, ως το επόμενο πρωί!   

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό «Τύπος Κυνήγι» στις 16-2-2011

Γιώργος Ξανθόπουλος

«Θείο(υ) δώρο» ή αλλιώς, «Η ιστορία του φασιανού»..

Τον Αύγουστο, τελευταίο μήνα του ηλιοκαμμένου καλοκαιριού, ταξίδεψα από το Βελιγράδι στην Αθήνα, για να συναντήσω την οικογένειά μου και να γευτώ, στις μικρές διακοπές μου, την υπέροχη ελληνική θάλασσα. Ο χρόνος, πάντα λίγος και σαν διάλλειμμα από την καθημερινότητα στη Σερβία, με έκανε να αγχώνομαι ως συνήθως, για να προλάβω να κάνω όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα μπορούσα, σε όσο το δυνατόν λιγότερο χρόνο. Τον μοίρασα λοιπόν κατά τον καλύτερο τρόπο πιστεύω, αφιερώνοντας τις περισσότερες ώρες στην “μικρή” μου οικογένεια (γονείς και αδέλφια), αλλά και στη “μεγάλη” (θείους, θείες και ξαδέλφια). Σε μία συνάντηση λοιπόν, όπου ήταν σχεδόν όλοι παρόντες, ο θείος μου ο Κώστας, θυμήθηκε πόσο του άρεσε ο φασιανός που είχα θηρεύσει πέρσι και τον “τακτοποιήσαμε” με πιπεριές, μανιτάρια και άσπρη σάλτσα. Αιωνία η γεύση του.. Αμέσως λοιπόν, για να τον ευχαριστήσω, του υποσχέθηκα πως την επόμενη φορά που θα ερχόμουν από το Βελιγράδι στην Αθήνα, τον προσεχή Οκτώβριο δηλαδή, θα του έφερνα έναν φασιανό. Χάρηκε βέβαια και εγώ άρχισα να μονολογώ από μέσα μου ….”και αν δεν μου τύχει φασιανός μέχρι τον Οκτώβρη στο κυνήγι…τι γίνεται”; Προσπέρασα τις απαισιόδοξες αυτές σκέψεις, γεμίζοντας με σιγουριά μυαλό και καρδιά, σκεφτόμενος  πόσο καταπληκτικός κυνηγός είμαι και τουφέκι πρώτης. Τί και αν είχα χάσει ορτύκια στα 5 μέτρα έχοντας ρίξει και τις 2 βολές, τί και αν είχα αστοχήσει επίσης σε τσίχλες που καλωπίζονταν στη γυαλάδα των κανννών μου με την ησυχία τους και εγώ έστελνα σκάγια σε ελιές, χώμα και ουρανό, τί και αν φασιανοί είχαν σηκωθεί στα 3 μέτρα και εγώ τουφεκούσα παντού τριγύρω εκτός απο τον στόχο. Εκείνη τη στιγμή, ήμουν σίγουρος ότι μέχρι τις 15 Οκτωβρίου, θα έχω θηρεύσει έναν τουλάχιστον φασιανό! Πέρασαν οι μέρες, επέστρεψα στην σκοτεινιά του Βελιγραδίου και η ζωή ξαναπήρε τη συνηθισμένη ρότα της. Κάποια στιγμή, θέλοντας να σιγουρέψω την εντύπωση που είχα σχετικά με την ημερομηνία έναρξης του φασιανού αλλά και του λαγού, ρώτησα στο χωριό της συντρόφου μου, τους συγκυνηγούς, πότε ξεκινάει το κυνήγι φέτος. Απάντηση..κεραυνός..”Στις 29 Οκτωβρίου”..11 μέρες δηλαδή αργότερα, από την στιγμή που θα είχα επιστρέψει από την Αθήνα..Οπότε, 15 Οκτώβρη που θα πήγαινα στην Αθήνα, πως θα είχα τον φασιανό που είχα τάξει; Κόντεψα να σκάσω από την στενοχώρια μου. Το σκεφτόμουν, το ξανασκεφτόμουν και λύση δεν βρισκόταν πουθενά. Το συζητούσα με φίλους και γνωστούς, τους έλεγα τον καημό μου και αυτοί μου έλεγαν “Πως κάνεις έτσι”; Που να  καταλάβουν πως ένιωθα και αισθανόμουν.. Μπήκε ο Οκτώβρης και όσο περνούσαν οι μέρες και πλησίαζε η 15η του μηνός  που θα επέστρεφα στην Αθήνα, τόσο μεγαλύτερο άγχος με κατέβαλλε και στενοχώρια. Ήταν η πρώτη φορά, που ενώ θα ταξίδευα στην Αθήνα, δεν ήμουν καθόλου χαρούμενος και καθόλου ενθουσιασμένος. Ξημερώνοντας λοιπόν Δευτέρα 11 Οκτωβρίου, το ξυπνητήρι έκραξε, σηκώθηκα και ετοιμάστηκα να πάω στη δουλειά, όχι ιδιαιτέρως περιχαρής θα έλεγα..Αφού τελείωσα το πρωινό μου, πήρα το δρόμο προς το αυτοκίνητο, παρέα με την κοπέλα μου. Ευτυχώς, το μέρος όπου εργάζομαι, απέχει μόνο 10 λεπτά οδικώς από το σπίτι και βρίσκεται σε ένα πολύ ωραίο μέρος, με θέα έναν καταπράσινο λόφο, που ξεκινάει από την απέναντι μεριά του δρόμου. Οδηγώντας λοιπόν τα τελευταία χιλιόμετρα προτού φτάσω στον προορισμό μου και παραμένοντας στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, βλέπω μία σκιά να πετιέται από ένα θάμνο και να πηγαίνει κάτω από το αυτοκίνητο που οδηγούσα! Σταματάω, ανάβω τα φώτα στάθμευσης, βγαίνω απο το αμάξι και τί να δω λίγα μέτρα πίσω απο το αυτοκίνητο; Έναν νεαρό αρσενικό φασιανό, με το κεφάλι πλακέ και το σώμα άθικτο! Γυρίζω το κεφάλι μου έκπληκτος και ρωτάω την κοπέλα μου “Φασιανός δεν είναι αυτός”; Λογική η απάντηση..”Καλά, εμένα ρωτάς”; Δεν μπορούσα και ακόμα δεν μπορώ, να πιστέψω στην τύχη μου. Ο φασιανός αποδήμησε αδόξως και πολύ νέος για άλλους κόσμους χλοερούς και γεμάτους καλαμπόκι, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο χαμόγελο..το δικό μου! Τον μάζεψα λοιπόν γεμάτος ντροπή από τον δρόμο, αλλά και ικανοποίηση που τα Michelin αποδείχτηκαν απείρως πιο εύστοχα από το γαλλικό δίκαννό μου και τα φρένα μου, πιο αργά από την καθυστέρηση..

Μετά το τέλος της εργασίας μου,πήγα σπίτι, τον καθάρισα και τον έβαλα στην κατάψυξη, περιμένοντας περήφανος πια και καθόλου κατσούφης και αγχωμένος, το ταξίδι στην Αθήνα. Υποθέτω πως στάθηκα τυχερός, γιατί δίπλα από τον προαναφερόμενο λόφο, είχαν μπεί μηχανήματα την προηγούμενη εβδομάδα, που ξερίζωσαν αρκετά δέντρα και θάμνους για να χτίσουν σπίτια. Ο φασιανός της ασφάλτου, κυνηγεμένος φαίνεται και έχοντας χάσει την κάλυψή που του παρείχαν οι θάμνοι και οι φυσικοί φράχτες προχώρησε στο απονενοημένο διάβημα, εγκαταλείποντας τα εγκόσμια και τον μάταιο τούτο κόσμο.

Στην Αθήνα, προσφέρθηκε εξαιρετικά μαγειρεμένος και αποκλειστικά στον θείο μου τον Κώστα, που τον είχε παραγγείλει, ο οποίος έγλειφε τα δάχτυλά του χαμογελώντας με την αφήγηση που του έκανα, αναφωνώντας “Θείο δώρο, θείου δώρο”!!!

Αφιερωμένο στον θείο μου τον ψαρά, Κώστα Τουλουμτζόγλου και στις παραγγελιές του!

Σημείωση : Σε αυτούς που θα μονολογήσουν πως “Δεν πιστεύω με τίποτα αυτή την ιστορία”, απαντώ “Ούτε εγώ”!! Κι όμως συνέβη..

(Γράφτηκε 20-10-2010..)
Δημοσιεύτηκε στο «Τύπος Κυνήγι» στις 2-2-2011


Γιώργος Ξανθόπουλος

Κυνήγι στη Σερβία

Ξημέρωμα Κυριακής 29 Νοεμβρίου 2009, Σερβία

Ακούγοντας το διαπεραστικό ήχο απο το ξυπνητήρι, πετάχτηκα επάνω και το έκλεισα σε δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να μην ξυπνήσω κανέναν άλλον, στο γαλήνιο και πράο εξοχικό σπίτι. Με γρήγορες κινήσεις και αθόρυβες, ντύθηκα, πλύθηκα και άνοιξα την πόρτα, η οποία έτριξε ελαφρά, θέλοντας να με προδώσει στους υπόλοιπους συγκατοίκους μου. Ευτυχώς. Εκείνοι, συνέχιζαν να βρίσκονται στη γαλήνη του ύπνου τους και εγω ετοιμαζόμουν να βρώ την γαλήνη που σου προσφέρει το βουνό. Το κρύο χτύπησε αμέσως το ακάλυπτο πρόσωπό μου και κατάλαβα οτι οι μετεωρολόγοι, την προηγούμενη μέρα, είχαν πέσει μέσα για την θερμοκρασία που θα επικρατούσε.-4 με 1 βαθμό κελσίου. Στο χωριό…όχι στο βουνό… Ακολούθησα το ξεχορταριασμένο απο τα βήματα ανθρώπων και ζώων μονοπατάκι, που οδηγούσε στο δρόμο. Σε 5 λεπτά, βρισκόμουν στο σημείο συνάντησης απο όπου θα πέρναγαν να με πάρουν για να πάμε στο βουνό. Κοίταξα το ρολόι μου. ¨Κύριος¨, μονολόγησα. ¨Ακριβώς στην ώρα μου¨. Περιμένοντας, αναρωτήθηκα αν υπάρχουν στον κόσμο άλλοι άνθρωποι πέρα απο τους κυνηγούς, οι οποίοι να χαίρονται τόσο πολύ στο άκουσμα του ήχου απο το ξυπνητήρι και να σηκώνονται απο το κρεβάτι σχεδόν χαμογελώντας και όχι βλαστημώντας. Σίγουρα όχι. Οι αγελάδες απο το απέναντι εξοχικό μούγκρισαν, διακόπτοντας τη σκέψη και το χαμόγελό μου και μετά απο λίγα δευτερόλεπτα, είδα δύο φώτα να έρχονται απο μακριά και να κατευθύνονται προς το μέρος μου. Επιτέλους, μετά απο 10λεπτη καθυστέρηση που φάνηκε πολύ περισσότερη, το αυτοκίνητο σταμάτησε πλάι μου, και μπήκα μέσα. Η μέρα μόλις άρχιζε για μένα.

Στριμωγμένοι σε ενα αυτοκίνητο 20ετίας ,που κυλούσε περισσότερο με την λαχτάρα μας να βρεθούμε στο βουνό και λιγότερο με την μηχανή του, περάσαμε ανηφοριές, κατηφοριές, βράχια που έκαναν τα αμορτισέρ να τρίζουν και τα λάστιχα να παραμορφώνονται σε οποιοδήποτε σχήμα,καταφέραμε να φτάσουμε στον προορισμό μας. Ένα ξέφωτο στο δάσος, με ένα σπίτι, το οποίο ανήκε στον πατέρα ενος συγκυνηγού και χρησίμευε ως στάνη που πρόσφερε στέγη στα ζωντανά και στον τσοπάνη. Με τα χρόνια, άλλαξε η χρήση του και ύστερα απο αξιέπαινες προσπάθειες της ομάδας των κυνηγών και αποκλειστικά με προσώπική τους σκληρή εργασία, η στάνη μεταμορφώθηκε σε ενα καταφύγιο,ενα ορμητήριο της αγαπημένης τους ενασχόλησης το κυνήγι. Φτιαγμένο απο πέτρα και ξύλο έστεκε στο ξέφωτο σαν κομμάτι απο τα σπλάχνα του δάσους, του βουνού. Βγαίνοντας απο το καημένο το αυτοκίνητο, 5 άτομα, όπλα φυσίγγια και σκυλιά, τα αμορτισέρ τσίριξαν για τελευταία φορά, καθώς έπαιρναν την φυσιολογική τους θέση, σαν να μας ευγνωμονούσαν που το ελαφρύναμε κατά μερικές εκατοντάδες κιλά, μετά απο ενα επίπονο μικρό ταξίδι. Το κρύο ήταν κάτι παραπάνω απο αισθητό και ο αέρας το έκανε ακόμα πιο διαπεραστικό. Αναρωτήθηκα τι σημαίνει ψιλό κα χοντρό κρύο. Υφίσταται; Γιατί όπως και να έχει το -6 που έδειχνε το θερμόμετρο είναι -6. Χοντρό ή ψιλό σε κάνει να τουρτουρίζεις μέχρι το κόκκαλο .Εγκατέλειψα την φιλότιμη προσπάθεια να βρώ απάντηση μέσα στα μαύρα ξημερώματα και το άφησα προς μελέτη για κάποια άλλη στιγμή. Ο αέρας, περνώντας μέσα απο τα δέντρα και τις αστροπερίχυτες κορφές, τους έδινε ζωή, τους έδινε φωνή, σαν να αντηχούσε απο μέσα τους το κάλεσμα της φύσης για εξερεύνηση, για παρατήρηση, για κυνήγι.

Στο καταφύγιο, η γαλήνη του δάσους και η ησυχία της φύσης, έδωσαν τη θέση τους σε φωνές, γέλια, πειράγματα και καλωσορίσματα. Οι 5, είχαμε γίνει 10 και τις δικές μας φωνές, τις συμπλήρωναν τα γαβγίσματα των σκύλων απο έξω, που δεν απείχαν μερικές φορές απο τους δικούς μας αλαλαγμούς.. Η παρέα, καθισμένη στο κέντρο των 4 πετρόχτιστων τοίχων, με το τζάκι να ζητάει ξύλα για να τινάξει φλόγα, απολάμβανε ζεστό ψωμί, μπέικον και καπνιστό χοιρινό. Αμέσως, τοποθετήθηκαν τα μικρά ποτηράκια πάνω στο ξύλινο τραπέζι και προσφέρθηκε απλόχερα, σπιτική ρακί φτιαγμένη απο δαμάσκηνα. Το αρχικό λευκό της χρώμα, είχε αλλάξει σε ενα ελαφρύ κιτρινωπό, έχοντας πάρει μία ανάμνηση, απο την φιλοξενία της μέσα στα δρύινα βαρέλια για ενα χρόνο περίπου. Άρωμα δυνατό και αλκοόλ σε παρόμοια ύψη, με αυτά που βρισκόταν το καταφύγιο. Είμαι σίγουρος, οτι αν έπινε κανείς μας, ελάχιστα μόνο παραπάνω απο οτι μπορούσε, θα άρχιζε να οραματίζεται λαγούς να τρέχουν χαρούμενοι μέσα στο ορμητήριο κάνοντας παρέα με τα σκυλιά και να χορεύουν πάνω στο τραπέζι και στους ξύλινους πάγκους. Ευτυχώς δεν ήπιε κανείς μας πέραν του κανονικού και δυστυχώς οι λαγοί δεν μας επισκέφτηκαν στο καταφύγιο. Οπότε…έπρεπε να κινήσουμε να τους βρούμε εμείς, έξω στην παγωνιά.. Αφού ζεσταθήκαμε, αρχίσαμε να καταστρώνουμε το σχέδιο της ημέρας, που έφτανε σιγά σιγά πίσω απο το βουνό. Θα χωριζόμασταν σε ομάδες των 2 με 3 και θα πηγαίναμε σε τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις μια που το βουνό ήταν απέραντο, όπως ταιριάζει άλλωστε σε κάθε βουνό. Αυτό που μου έκανε εντύπωση, είναι οτι τα όπλα ήταν αρκετά λιγότερα απο τους κυνηγούς, μια που ανάμεσά τους υπήρχαν πατέρες με τα παιδιά τους, τα οποία είχαν έρθει απλά για να δούνε απο κοντά ενα κυνήγι λαγού. Άλλωστε, αν ακούσεις το κλαφούνισμα του σκύλου στο ντορό και δείς τον λαγό να τρέχει κάπου μπροστά σου, τι να το κάνεις το όπλο; Η αγωνία και τα συναισθήματα πρίν και κατά την εμφάνιση του λαγού,είναι τόσο έντονα, που  κάνουν το όπλο και την τουφεκιά να μοιάζουν με ξυπνητήρι που χάλασε το όνειρο.

Η αρχικά μεγάλη ομάδα, άρχιζε να βγαίνει απο την φιλόξενη καλύβα, χωρισμένη σε μικρότερες ομάδες. Η πόρτα, ήταν το πέρασμα απο την ζεστασιά στην παγωνιά. Απο την θαλπωρή των φλεγόμενων ξύλων στην αδιαφορία των δέντρων που μας κοιτούσαν αφ΄υψηλού, περήφανα, ακούνητα. Αλλά πάνω απ΄όλα, ήταν η ώρα που περιμέναμε πως και πως. Να περπατήσουμε στις πλαγιές και να γεμίσουμε το μυαλό και την καρδιά μας με εικόνες πανέμορφες και χρώματα  Να γευτούμε και εμείς λίγη απο τη φύση που χαίρονται καθημερινά ολα τα ζωντανά του δάσους και που εμείς οι άνθρωποι, το απομακρύναμε τόσο βίαια απο τη ζωή μας, με καταστροφικά αποτελέσματα, θυσιάζοντάς το στο βωμό και στο χρώμα, πάντα και μόνο, του χρήματος. Αυτή η ώρα λοιπόν είχε φτάσει. Ακολούθησα τον Άτσο και τον γιο του Μίσο και ξεκινήσαμε την πορεία μας για το σημείο που είχε οριστεί μερικές στιγμές πριν και το οποίο βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα. Τα σκυλιά, κουνούσαν τις ουρές τους χαρούμενα και καθώς έτρεχαν, τα αυτιά τους χόρευαν πέρα δώθε, κάνοντας τα να μοιάζουν τόσο αστεία. Ήξεραν τον δρόμο απέξω και ανακατωτά και εμείς μιλούσαμε σιγανά και προχωρούσαμε ξοπίσω τους, παρατηρώντας το δάσος και τον χώρο γύρω μας. Ο ήλιος, είχε βγεί για τα καλά πια και οι αχτίνες του πάσχιζαν να βρούν κάποιο άνοιγμα στα σύννεφα και έπειτα στα δέντρα, για να φτάσει σε μας και να μας ζεστάνει λίγο. Περάσαμε απο κάποιες στάνες, απο ρυάκια με διαυγές νερό και τόσο παγωμένο, που μούδιασε το στόμα μας και τα χέρια μας, προσπαθώντας να σβήσουμε την δίψα μας που θέριευε όσο ανεβαίναμε και κατεβαίναμε τις πλαγιές. Ύστερα απο λίγη ώρα φτάσαμε στο σημείο που θέλαμε. Μακριά απο τους άλλους συγκυνηγούς λοιπόν, τεντώσαμε αυτιά και αρχίσαμε να παρακολουθούμε τα σκυλιά. Δυστυχώς, ύστερα απο αρκετή ώρα δεν είχε φανεί…αυτί στον ορίζοντα. Ο κύριος αυτιάς είχε πάει σε άλλη γή σε άλλα μέρη. Κάτι μύριζαν τα σκυλιά, κάτι έδειχνε οτι μπορεί να συμβεί απο στιγμή σε στιγμή αλλά στο τέλος..τζίφος. Η απογοήτευση άρχισε να βαραίνει τα βήματά μας προς στιγμήν, αλλά το κέφι ξαναήρθε σύντομα με τα αστεία και τα πειράγματα για τα σκυλιά και τους συνοδούς τους.Δεν άργησε μάλιστα να ακουστεί και η πρώτη τουφεκιά απο την απέναντι πλαγιά και μετά άλλη μία. Αμέσως το κυνήγι σταμάτησε και τα κινητά “πήραν φωτιά”, ζητώντας να μάθουμε ποιός ήταν ο τυχερός. Τελικά όντως, ένας συγκυνηγός είχε “πάρει” ένα λαγό και αστειευόμενος μας είπε οτι πάει προς το καταφύγιο να ξεκουραστεί και οτι θα μας περιμένει ετοιμάζοντάς μας καφέ.. Αφού πέρασε ακόμα λίγη ωρα και είχαμε αρχίσει να σκεφτόμαστε οτι μάλλον ένας θα είναι ο τυχερός της παρέας, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Λϊγο πρίν φτάσουμε στο καταφύγιο, συναντηθήκαμε με 2 ακόμα της παρέας και συνεχίσαμε μαζί.  Σε ένα σημείο, το μονοπάτι που ακολουθούσαμε έκανε μία διχάλα. Στη μέση υπήρχε ενα πουρνάρι με λίγα αγκάθια και όλοι αποφάσισαν να πάνε δεξιά. Σκέφτηκα να πάω αριστερά απο τη λογική του περπατητού της τσίχλας, που ο ένας πάει απο την μία μεριά και ο άλλος απο την άλλη. ¨Δεν ξέρεις τι γίνεται καμιά φορά¨ μονολόγησα ελπίζοντας. Σε δευτερόλεπτα, τα σκυλιά κλαφούνισαν περνώντας το πουρνάρι και άκουσα φωνές ¨Λαγός, λαγός!!¨ και αμέσως μία τουφεκιά. Εγω, έχοντας διαλέξει να πάω απο την άλλη μεριά, δεν είχα οπτική επαφή με τους άλλους συγκυνηγούς, παρά μόνο ακουστική. Ενστικτωδώς, με το που είδα ένα πέρασμα ανάμεσα στο πουρνάρι, σήκωσα το δίκαννο και περίμενα. Κατευθείαν φάνηκε ο λαγός τρέχοντας. Θυμήθηκα κάτι που είχα διαβάσει για την βολή στο λαγό. Οτι σημαδεύουμε τα αυτιά του όταν απομακρύνεται απο εμάς και τα πόδια του, όταν μας τον φέρνει ο σκύλος. Η πρώτη τουφεκιά, έφυγε απο την τρομάρα μου τελείως άστοχη. Πρώτη φορά συναντούσα λαγό, πρώτη φορά πίεζα την σκανδάλη απέναντι σε αυτό το πανέξυπνο και ταχύτατο ζώο. Δεύτερη και τελευταία, σημάδεψα τα αυτιά και πάτησα την σκανδάλη, στέλνοντας τα σκάγια ανακατωμένα με τις πιο τρελές μου επιθυμίες και ευχές για επιτυχία. Και ξαφνικά… έχασα τον λαγό απο το οπτικό μου πεδίο..Αλαφιασμένος, ξέπνοος, έτρεξα προς το μέρος που είχα τουφεκίσει, πηδώντας πάνω απο αγκάθια, μπαίνοντας σε θάμνους, γυρεύοντας το λαγό που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Κατευθύνθηκα στο επόμενο άνοιγμα του πουρναριού, οπλίζοντας ξανά, με την ελπίδα να τον πετύχω αυτή την φορά, αν εμφανιστεί. Απο την λαχτάρα μου δεν άκουγα τις φωνές των άλλων κυνηγών που με καλούσαν. Όταν το συνειδητοποίησα τελικά και πήγα προς τα εκεί, τους είδα γύρω απο τον λαγό να γελούν και να με  περιμένουν. Τον είχα πετύχει! Ο Άτσο, που είδε όλη τη σκηνή, είπε οτι μετά την δεύτερή μου τουφεκιά, ο λαγός απο την φόρα έπεσε κουτρουβαλώντας σε ενα λακάκι και…εκεί έμεινε! Εγω όμως, επειδή ήμουν σε μία απόσταση περίπου 20 μέτρων και πίσω απο πουρνάρια, τον έχασα απο τα μάτια μου, νομίζοντας οτι αστόχησα για δεύτερη και τελευταία φορά! Αμέσως, τηλεφώνησα στον πατέρα μου να τον ενημερώσω για το κατόρθωμά μου! Το πως έκανα μόλις τον σήκωσα απο τα αυτιά, δεν περιγράφεται με λόγια. Τον κοιτούσα, του μιλούσα, τον ευχαριστούσα, τον χάιδευα με ενα χαμόγελο 360 μοιρών. Οι συγκυνηγοί μου, μην γνωρίζοντας οτι το μεγαλύτερό μου θήραμα ήταν ο κότσυφας και μόλις την προηγούμενη εβδομάδα ο φασιανός, με χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη λέγοντας απο μέσα τους, είμαι σίγουρος, ¨Ηρέμησε, θα σου περάσει¨!. Αγκαλιά με τον λαγό που δεν τον άφηνα με τίποτα και τραγουδώντας με τον Άτσο, φτάσαμε στην καλύβα όπου μας περίμεναν οι υπόλοιποι. Απο την χαρά, ούτε νερό δεν ήπια απο την τόση πεζοπορία! Ακούμπησα τον λαγό στο εξωτερικό τραπέζι και έκατσα σκοπιά πάνω του, σάμπως θα ερχόταν κανένας ζηλιάρης κυνηγός να μου τον πάρει, ή κανένα ξωτικό του δάσους!

Η επιστροφή στο εξοχικό απο όπου είχε ξεκινήσει αυτή η υπέροχη μέρα, ήταν κάτι παραπάνω απο υπέροχη. Καμάρωνα σαν πετεινός στο κοτέτσι μόλις αντίκρυσα τους συγκατοίκους μου και το γέλιο είχε σταθεί ακούνητο στο πρόσωπό μου. Την εβδομάδα που ακολούθησε, διηγήθηκα το συναπάντημα με τον λαγό…τουλάχιστον 20 φορές (συν αυτή!). Πάντα με την ίδια λαχτάρα, με το ίδιο χαμόγελο και την ίδια περηφάνια! Λαγός ήταν αυτός! Όχι τσίχλα! Το ζουλάπι, αποδείχθηκε εκτός απο άψογος δρομέας και δεινός κολυμβητής στη συνέχεια, ανάμεσα σε κρεμμύδια και ντομάτα. Τον τίμησε δεόντως η μητέρα μου μαγειρεύοντας τον και προσφέροντας σε μένα και στην μεγάλη μου οικογένεια ενα αξέχαστο γεύμα.

Πέραν βέβαια των αστείων, ολα τα ζωντανά πρέπει να μας εμπνέουν τον σεβασμό και να ευχαριστούμε τη φύση κάθε φορά που μας τα προσφέρει. Ο πραγματικός κυνηγός, είναι φυσιολάτρης και ξέρει οτι το θήραμα δεν του το δίνει ούτε το όπλο, ούτε το φυσίγγι αλλά ούτε η σκοπευτική του δεινότητα. Παρά μόνο η φύση. Αυτή είναι πάνω απο όλα..

 
 

 

Αφιερωμένο στον θείο μου Κωσταντίνο Καραπατάκη που με έκανε να αγαπήσω το κυνήγι και στους γονείς μου Γιάννη και Μαρία που λατρεύουν να γεύονται τους καρπούς του!

Γιώργος Ξανθόπουλος
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Τύπος-Κυνήγι» στις 17-3-2010