Συνέντευξη με τον κ. Σοφοκλή Κοσκινά

Σοφοκλής ΚοσκινάςΜετά από τη γνωριμία μου με την κα. Γεωργία Μελανίτου από το «Κυνηγεσία και Κυνοφιλία», τα «Κυνηγετικά Νέα» και τις «Πρωινές Ιχνηλασίες», ήταν θέμα χρόνου να γνωριστώ και με τον κ. Σοφοκλή Κοσκινά, του οποίου είναι πολύτιμη συνεργάτης σε όλα τα παραπάνω έντυπα. Ιδιαιτέρως ζεστοί άνθρωποι και οι δύο και από προσωπική εμπειρία, πάρα πολύ φιλόξενοι. Όταν ορίσαμε την συνάντησή μας, δεν περίμενα με τίποτα ότι αυτή θα λάμβανε χώρα στο ίδιο τους το σπίτι και μάλιστα ότι θα περνούσαμε παρέα μιλώντας για το αγαπημένο μας κυνήγι πάρα πολλές ώρες. Ο κ. Σοφοκλής Κοσκινάς είναι μία πραγματική κινητή βιβλιοθήκη γνώσεων τόσο σχετικά με το κυνήγι όσο και με το ψάρεμα. Άνετος, χαμογελαστός χωρίς να μασάει το λόγια του, μου μίλησε και μου ανέλυσε πολλά θέματα σχετικά με το κυνήγι, που, παρόλο το ότι ενημερώνομαι αρκετά, τα περισσότερα δε τα γνώριζα. Δεν θα ήθελα να πω παραπάνω, μια που η συνέντευξη μαζί του αποτελεί μία πολύ καλή πηγή πληροφοριών σχετικά με τον ίδιο και την σημαντικότατη πορεία του στο χώρο που αγαπάμε, το κυνήγι μας. Θα ήθελα φυσικά να ευχαριστήσω τόσο τον κ. Σοφοκλή Κοσκινά, όσο και την κα Γεωργία Μελανίτου, για το χρόνο που μου αφιέρωσαν και την άψογη φιλοξενία.

1. Σε ποια ηλικία ξεκινήσατε να ασχολείστε με το κυνήγι;

Στην οικογένεια μου έχουμε παράδοση με το κυνήγι. Από πολύ μικρός είχα επαφή με όλα όσα έχουν να κάνουν με αυτό, εκτός του να βγω στο βουνό και να χρησιμοποιήσω όπλο. Με τα χρόνια ως φυσικό επακόλουθο έγινε και αυτό. Η δυσκολότερη εποχή ήταν λίγο πριν την συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας μου. Η δική μου λογική ενάντια στο νόμο και τους δασκάλους μου ήταν ότι είμαι έτοιμος να αναλάβω πλήρη δράση. Τελικά δεν κατάφερα να την επιβάλλω  παρά τις επίπονες προσπάθειες που κατέβαλα, και περίμενα μέχρι να βγάλω άδεια κυνηγίου.

2. Πότε αρχίσατε να αρθρογραφείτε στα κυνηγετικά έντυπα;

Τα πρώτα κείμενα δημοσιεύτηκαν το 1992 στο περιοδικό Κυνήγι στην Κρήτη.

3. Πώς κρίνετε τη σημερινή κατάσταση στον κυνηγετικό τύπο;

Κρίνοντας γενικότερα από τα έντυπα που κυκλοφορούν στην Ευρώπη, τα ελληνικά είναι σε πολύ καλό επίπεδο. Την εποχή αυτή λόγω της γενικότερης οικονομικής καταστάσης, τα έντυπα περνούν αρκετές δυσκολίες.

4. Πόσα χρόνια συνεχούς κυκλοφορίας μετράει η «Κυνηγεσία & Κυνοφιλία»;

Από το 1961 αρχικά με τον τίτλο «Κυνοφιλία» και μετά από ένα χρόνο που ο τίτλος έγινε «Κυνηγεσία και Κυνοφιλία» υπό την ιδιοκτησία του αείμνηστου δόκτορα Σταύρου Μπασουράκου, μέχρι το 1996 που πέρασε σε νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς η «Κυνηγεσία και Κυνοφιλία» έχει συνεχή κυκλοφορία 54 χρόνια.

5. Πότε και πώς γνωριστήκατε με τον κ. Μηνά Ιορδάνογλου;

Τον Μηνά τον γνώρισα το 1993 ως πρόεδρο των επαγγελματιών, βιοτεχνών κυνηγετικών ειδών (ΠΕΒΕΚΕ). Ακριβώς δεν θυμάμαι που αλλά μάλλον σε κάποια συνεδρία του σωματείου ή σε έκθεση.

6. Σε πόσες πόλεις της Ελλάδας έχετε ταξιδέψει με την “Κυνηγεσία & Κυνοφιλία” ενημερώνοντας τους κυνηγούς;

Ακριβώς δεν θυμάμαι, αλλά σχεδόν σε όλες τις πόλεις και τα νησιά. Αυτό που μου έχει αποτυπωθεί στην μνήμη είναι το ταξίδι που κάναμε στους Φούρνους Ικαρίας για να βρεθούμε μαζί με τους ελάχιστους κυνηγούς του νησιού. Κάθε συνάντηση είχε τα δικά τις διαφορετικά χαρακτηριστικά. Σε όλες περάσαμε καλά, γιατί ήρθαμε σε επαφή με τους κυνηγούς και μπορέσαμε να καταγράψουμε ιδιαιτερότητες.

7. Σε αυτά τα κυνηγετικά σεμινάρια, πως κρίνετε την ανταπόκριση των κυνηγών και τι σας ρωτούν συνήθως;

Η ανταπόκριση των κυνηγών ήταν πάντα θετική. Αν εξαιρέσουμε τις ερωτήσεις που είχαν να κάνουν με την πρακτική πλευρά του κυνηγίου (όπλα, σκυλιά, φυσίγγια, θηράματα) οι κυνηγοί έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στα κυνηγετικά θέματα και για το μέλλον του κυνηγίου.

8. Πώς αποφασίσατε να κυκλοφορήσετε τα “Κυνηγετικά Νέα” και μάλιστα σε αρκετά οικονομική τιμή;

Δύσκολη απόφαση σε μια πολύ δύσκολη οικονομικά εποχή. Το να υπάρξει ένα έντυπο με χαμηλό κόστος αγοράς ήταν κάτι που το επέβαλλαν οι οικονομικές συγκυρίες. Από την άλλη πλευρά, δεν θα έπρεπε να δημιουργεί ανταγωνισμό στο υπάρχον έντυπο (Κυνηγεσία και Κυνοφιλία). Θα έπρεπε να γίνει ένας σαφέστατος διαχωρισμός. Ομολογούμενως αυτό ήταν αρκετά δύσκολο. Τελικά η απόφαση πάρθηκε μετά από πολλές συζητήσεις και κινήσεις που θα εξασφάλιζαν την ποιότητα του εντύπου και την διαφοροποίηση του από την «Κυνηγεσία και Κυνοφιλία».

9. Πιστεύετε ότι το διαδίκτυο λειτουργεί εις βάρος της έντυπης ενημέρωσης ή συμπληρωματικά με αυτή;

Το διαδίκτυο για τους κυνηγούς αποτελεί άλλη μια κατάκτηση. Άλλο ένα χώρο που μπορούν να αποδείξουν ότι δικαιούνται να κάνουν αυτό που κάνουν. Η διαχείριση του λόγου των θέσεων και απόψεων  βαρύνουν πλέων το κάθε ένα προσωπικά. Ο αντίκτυπος των προσωπικών τοποθετήσεων έχει επιπτώσεις στο σύνολο της  κυνηγετικής οικογένειας. Η αμεσότητα του διαδικτύου δεν μπορεί να υπάρχει στα έντυπα. Πιστεύω ότι το ένα συμπληρώνει το άλλο.

10. Η ιδέα για τη ραδιοφωνική κυνηγετική εκπομπή “Πρωινές Ιχνηλασίες” πότε ξεκίνησε;

Ένα μεσημέρι στο γραφείο συζητούσαμε για το τι μπορούμε να κάνουμε ώστε να βελτιώσουμε την επαφή μας με τους κυνηγούς. Παλαιότερα περίπου το 1995 έκανα ραδιοφωνική εκπομπή για το κυνήγι σε ένα σταθμό στην Κρήτη. Έριξα την ιδέα στο τραπέζι και αμέσως μετά ξεκίνησε ο αγώνας για την ολοκλήρωση της.

11. Από όσο γνωρίζω, ασχολείστε εκτός από το κυνήγι και με το ψάρεμα. Ποιο προτιμάτε περισσότερο;

Δύσκολη ερώτηση. Πρώτα έγινα ψαράς  και μετά κυνηγός. Στο ψάρεμα δεν χρειάζονταν να συμπληρώσεις το 18ο έτος. Όταν είμαι στο κυνήγι σκέφτομαι το ψάρεμα και το αντίστροφο. Δεν νομίζω ότι έχω κατασταλάξει στο να τα ιεραρχήσω. Κάθομαι κάποιες φορές κυρίως το ξημέρωμα στην βάρκα και λέω από μέσα μου αυτό που βλέπω είναι μοναδικό δεν υπάρχει. Το ίδιο λέω και όταν κάθομαι στο βουνό ξημέρωμα σε ένα βράχο και κοιτάζω την ανατολή. Ακόμα δεν το έχω ξεκαθαρίσει αλλά ίσως και να μην θέλω να μπω στην διαδικασία. Αν αναγκαστικά θα έπρεπε να χάσω ένα από τα δυο σίγουρα θα ήμουν δυστυχισμένος.

12. Σε ποιες χώρες έχετε ταξιδέψει για τις παρουσιάσεις λειόκαννων και για τις εκθέσεις κυνηγετικών ειδών;

Σε πολλές χώρες. Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βουλγαρία, Σκόπια, Τουρκία, Τσεχία, Κύπρο κ.α

13. Σε ποιες χώρες έχετε κυνηγήσει;

Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Βουλγαρία, Σκόπια, Ισπανία, Κύπρο κ.α

14. Πώς θα σχολιάζατε την ελληνική κυνηγετική κουλτούρα συγκρινόμενη με αυτή στο εξωτερικό;

Στην Ευρώπη σε αρκετές περιοχές κυνηγούν με διαφορετικό τρόπο από εμάς. Τα περισσότερα κυνήγια τους είναι οργανωμένα. Η φιλοσοφία αυτή είναι έξω από την δική μας. Προσωπικά δεν μου αρέσει ο τρόπος που κυνηγούν γιατί έχω άλλα βιώματα. Είναι πιο ξεκούραστος πιο τυποποιημένος. Ωστόσο αυτό που σέβομαι είναι ότι έχουν εξασφαλίσει να κάνουν αυτό που τους αρέσει  για τα επόμενα πολλά χρόνια.

15.Οι κυνηγετικές ηγεσίες του εξωτερικού, πιστεύετε ότι πράττουν περισσότερα για τους κυνηγούς τους σε σχέση με αυτές της Ελλάδας ή όχι;

Το θέμα δεν είναι το τι μπορούν να κάνουν οι ηγεσίες των κυνηγών. Είναι πολύ δύσκολο να αποτιμήσουμε το έργο τους ανά κράτος και να τις συγκρίνουμε μεταξύ τους. Η ουσία βρίσκεται στο ποιες είναι οι συνθήκες που επικρατούν και τα πλαίσια που μπορεί να κινηθεί η κάθε ηγεσία. Υπάρχουν κοινά προβλήματα στην Ε.Ε αλλά υπάρχουν και διαφορετικές προτεραιότητες.

16. Σε ποια σημεία πιστεύετε ότι πάσχει η ελληνική νομοθεσία σε ότι αφορά το κυνήγι;

Από πλευράς νομοθεσίας δεν έχουμε μεμπτά σημεία ίσως κάποιες μικρές ασάφειες στον δασικό κώδικα που με τα χρόνια έχουν ρυθμιστεί με διοικητικές πράξεις. Το πρόβλημα είναι στο πως αντιμετωπίζει η εκάστοτε πολιτική ηγεσία το κυνήγι. Το σύνηθες είναι να βάζουν στην πολιτική ζυγαριά τους κυνηγούς και αντικυνηγούς και  να προσπαθούν να την φέρουν στα ίσια.

17. Ποιο θήραμα προτιμάτε να κυνηγάτε;

Ξεκίνησα με τα τρυγόνια και πάντα τα έχω στην καρδιά μου. Η πέρδικα είναι το θήραμα που έχω κυνηγήσει περισσότερο από όλα. Τώρα πλέον έχοντας περιορισμένο χρόνο λόγο ραδιοφώνου, περιοδικού και εφημερίδας, κυνηγώ αγριόχοιρο. Όταν ξεκλέψω χρόνο πάω και για μπεκάτσες, τσίχλες. Δυστυχώς δεν έχω την πολυτέλεια να ασχοληθώ με το θήραμα που προτιμώ να κυνηγάω και είναι η πέρδικα.

18. Στο κυνήγι σας χρησιμοποιείτε συνήθως πλαγιόκαννο, αλληλεπίθετο ή ημιαυτόματο;

Έχω από όλα. Λόγο ιδιαίτερης αγάπης στα όπλα δεν κάνω διαχωρισμούς. Όσο θαυμάζω κάποιους μηχανισμούς στα αυτογεμή άλλο τόσο θαυμάζω μηχανισμούς στα δίκαννα.  Και να θέλω δεν μπορώ να τα διαχωρίσω. Κρίνοντας τα από μηχανολογικής πλευράς, για μένα όλα κρίνονται από την επινόηση του κατασκευαστή και τις μηχανικές εφαρμογές. Προτιμώ να κυνηγώ με δίκαννο(αλληλεπίθετο).

19. Ένα σχόλιο προς τους Έλληνες κυνηγούς;

Η ενημέρωση είναι «όπλο». Δεν το λέω γιατί αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα μου. Είναι ο τρόπος για να μπορεί ο κάθε ένας όταν και όποτε χρειαστεί να είναι σε θέση να υπερασπίσει το κυνήγι. Τίποτα δεν είναι δεδομένο σε ότι αφορά στο κυνήγι και τίποτα δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο. Κάθε μέρα πρέπει να δίνουμε ο κάθε ένας από την πλευρά του την μάχη για να υποστηρίξουμε την δραστηριότητα που αγαπάμε. Οι τρόποι μας η συμπεριφορά μας οι θέσεις και απόψεις μας είναι πολύ σημαντικές. Το να ρίχνουμε τις ευθύνες κάπου νομίζοντας ότι αυτό μας απαλλάσσει δεν οδηγεί πουθενά. Η συσπείρωση επίσης είναι σημαντική. δεν μπορεί πάντα οι λίγοι να τραβούν κουπί για τους πολλούς. Στο κυνήγι δεν περισσεύει κανείς.

Γιώργος Ξανθόπουλος

Συνέντευξη με τον κ. Μπάμπη Αιγινήτη

1.Πότε ξεκινήσατε να ασχολείστε με την σκοποβολή και το κυνήγι;

Από μικρή ηλικία είχα μία οπλολατρεία, μία εξαιρετική σχέση με το όπλο και κυνηγούσα πριν τα 18 με τον αδελφό μου, που είναι 7 χρόνια μεγαλύτερος. Στα 18 έβγαλα κυνηγετική άδεια και ξεκίνησα πλέον και επίσημα το κυνήγι.

2.Όσον αφορά στην αρθρογραφία, πότε και σε ποιο περιοδικό κάνατε το πρώτο σας βήμα;

Σε ηλικία 24 ετών, έγραψα το πρώτο μου άρθρο στην “Κυνηγεσία και Κυνοφιλία”, που εξέδιδε τότε ο κ. Μπασουράκος. Εκείνη την εποχή, στη στήλη” Κυνηγετική Τεχνολογία” έγραφε ο αείμνηστος Ελευθέριος Συνοδινός, καθηγητής, ο οποίος  ήταν προσωπικός μου φίλος, παρόλη τη διαφορά ηλικίας μας (ήταν τότε 74 ετών). Είχαμε πολύ καλή σχέση και πήγαινα μία φορά την εβδομάδα σπίτι του και συζητούσαμε. Συνταξιούχος εκείνος, διευθυντής του Χημείου του Κράτους, βαθύς γνώστης των γομώσεων των πυρίτιδων και κατ’επέκταση των φυσιγγίων και των όπλων. Συζητούσαμε λοιπόν σχετικά με την αγαπημένη μας ενασχόληση και έβλεπε τις γνώσεις που είχα αποκτήσει με τον καιρό, από κυνηγετικά βιβλία και περιοδικά. Τότε, δεν υπήρχε το διαδίκτυο με την αστείρευτη πληροφόρηση και αγόραζα 4 περιοδικά  το μήνα, στην αγγλική γλώσσα. Συγκεκριμένα έπαιρνα το Guns and Ammo και το Shotgun Sports από την Αμερική και από την Αγγλία, το Sporting Gun και το πολύ ραφινάτο, Shooting Gazette.

3.Ποιό ήταν το θέμα του πρώτου σας άρθρου;

Το πρώτο άρθρο που έγραψα ήταν για μία κυνηγετική βολίδα ένα μονόβολο που είχε κυκλοφορήσει εκείνη την εποχή στην Αμερική, το BRI. Όταν διάβασε το άρθρο o Συνοδινός, με ενθάρρυνε να συνεχίσω να γράφω και μάλιστα μου πρότεινε να γράφουμε εναλλάξ,  μήνα παρά μήνα, προλογίζοντας μάλιστα το πρώτο μου άρθρο. Από εκεί ξεκίνησα να γράφω και έχω συμπληρώσει πλέον 25 χρόνια αρθρογραφίας, σε όλα τα κυνηγετικά έντυπα του χώρου. Στην «Κυνηγεσία και Κυνοφιλία», στο «Κυνήγι και Σκοποβολή» του Νικήτα Κυπρίδημου, αργότερα στο «Κυνηγός & Φύση» και στο «Στόχαστρο». Έχω γράψει επίσης και 2-3 άρθρα στον «Τύπο Κυνήγι» του Απόστολου Αντωνάκη, χωρίς να έχουμε μόνιμη συνεργασία. Θα έλεγα ότι έχω περάσει από όλα τα κυνηγετικά έντυπα.

4.Πείτε μου δυο λόγια για την Σχολή Κυνηγετικής Σκοποβολής που έχετε.

Με την Σχολή Κυνηγετικής Αγωγής, ξεκίνησα τον Οκτώβριο του 97. Ήμουν παλιός σκοπευτής της Εθνικής, τελείωσα το αγωνιστικό κομμάτι και σπούδασα προπονητική με το κυνηγετικό όπλο με σκοπό να ανοίξω την Σχολή, επειδή τότε, δεν υπήρχε καμία στην Ελλάδα. Αποφάσισα να ασχοληθώ με την προπονητική μετά την αγωνιστική καριέρα και πήγα στην Αγγλία, όπου τελείωσα τη σχολή προπονητών του C.B.S.A.  η οποία είναι η αγγλική ομοσπονδία προπονητών. Τελείωσα λοιπόν τη σχολή για προπονητές και επέστρεψα εδώ, ανοίγοντας τη σχολή το ’97. Είναι 13 χρόνια ενεργή και είναι η μόνη επίσημη σχολή στην Ελλάδα. Όταν λέω επίσημη, εννοώ με έναρξη στην εφορία και με δελτία παροχής υπηρεσιών. Το 2000, έγινα Ομοσπονδιακός προπονητής κυνηγετικού όπλου, δηλαδή είδα το όνειρο ξύπνιος που λένε, με μεγάλη ικανοποίηση. Ακολούθως, πήγα στην Ακαδημία ISSS International όπου τελείωσα τη σχολή για Ομοσπονδιακούς προπονητές και πήρα το μεταπτυχιακό για αποφοίτους, σε ανώτερο επίπεδο.

5.Με όλες αυτές τις γνώσεις που έχετε αποκτήσει, φαντάζομαι η εκπαίδευση που παρέχετε, είναι υψηλού επιπέδου.

Στη Σχολή, γίνεται ολοκληρωμένη εκπαίδευση κυνηγών και σκοπευτών και οποιοσδήποτε  μπορεί να έρθει και να μάθει την τεχνική του λειόκαννου, τη σωστή επιλογή που πρέπει να κάνει αγοράζοντας ένα λειόκαννο ανάλογα με το κυνήγι που θα επιλέξει, τριχωτού, κυνήγι φέρμας ή καρτέρι, είτε με σπόρτιν είτε με όπλο μικτής χρήσης, επίσης σωστή επιλογή κατάλληλων φυσιγγίων, εκμάθηση διόφθαλμης σκόπευσης και πολλά άλλα ενδιαφέροντα και απαραίτητα για κυνηγούς και σκοπευτές.

6.Τι πρόγραμμα εκπαίδευσης ακολουθείται στη Σχολή;

Η εκπαίδευση χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο θεωρητικό και στο σκοπευτικό-πρακτικό. Μόλις τελειώσουμε την θεωρία, πηγαίνουμε στο σκοπευτήριο και εφαρμόζουμε αυτά που μάθαμε. Αυτό το πρόγραμμα, το έχω φέρει και το διδάσκω ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που θα διδασκόταν στην Αγγλία και το προσφέρω με ελληνικές τιμές και όχι αγγλικές. Έτσι, δε μπορεί να πει κάποιος, ότι «Θέλω να μάθω να σκοπεύω σωστά, αλλά δεν μπορώ, γιατί στη χώρα μου δεν υπάρχει τέτοια σχολή». Φυσικά υπάρχει και μπορεί ο καθένας να έρθει, να παρακολουθήσει το πρόγραμμα και να γνωρίσει όσο το δυνατόν καλύτερα αυτό που αγαπάει. Τα έξοδα που κάνει κανείς για κάτι το οποίο αγαπάει και θέλει να το μάθει ποτέ δεν πάνε χαμένα. Είναι κρίμα, να αγοράζει κανείς ακριβό κυνηγετικό εξοπλισμό και να μην ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει το όπλο του αποτελεσματικά και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Είναι σαν να θέλω να μάθω κιθάρα και να μην πάω σε ένα δάσκαλο να μου δείξει τα αναγκαία. Μπορεί να μάθω να παίζω, αλλά ποτέ δεν θα μάθω να παίζω τόσο καλά όσο θα μπορούσα. Αυτό λοιπόν κάνει η σχολή.

7.Πως θα χαρακτηρίζατε τον κυνηγό-σκοπευτή, πριν και μετά την εκπαίδευση που του παρέχετε ; Ποιες διαφορές θα διαπιστώσει κανείς μετά τα μαθήματα στη Σχολή σας ;

Στο παρελθόν, είχα δώσει συνέντευξη σε ένα δημοσιογράφο του Τηλεάστυ, του καναλιού της περιοχής μας και με είχε ρωτήσει «γιατί να έρθει ο κυνηγός σε εσάς να μάθει». Όταν κάποιος μάλιστα δεν έχει σχέση με το κυνήγι, πρέπει να του απαντήσεις σε απλή γλώσσα για να γίνεις κατανοητός. Του εξήγησα λοιπόν, ότι ο κυνηγός κινείται μέσα σε ένα σπίτι. Το σπίτι του είναι το κυνήγι. Γνωρίζει τα δωμάτια, ξέρει που θέλει να πάει, εκτός από ένα που δεν μπορεί να μπει γιατί δεν έχει το κλειδί. Κινείται χρόνια μέσα σε αυτό το σπίτι, χωρίς ποτέ να μπορεί να μπει σε αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο. Έρχεται λοιπόν η Σχολή και του λέει «εδώ είναι το κλειδί». «Πάρε το και δες τι υπάρχει εκεί, γιατί είναι χώρος του σπιτιού σου και είναι κρίμα να μην ξέρεις τι κρύβει αυτό το δωμάτιο. Η Σχολή λοιπόν, διδάσκει τεχνογνωσία, η οποία είναι και το κλειδί για αυτό το δωμάτιο. Ξεκλειδώνει την πόρτα στον κυνηγό και στον σκοπευτή, μπαίνει μέσα και τότε αντιλαμβάνεται τι υπάρχει εκεί. Πράγματα που έψαχνε χρόνια και δεν ήξερε πως να τα βρεί. Πράγματα που δεν θα μάθει ποτέ στο οποιοδήποτε «κυνηγετικό καφενείο», εδώ, στη Σχολή, διδάσκονται υπεύθυνα. Ειδική φροντίδα και υποστήριξη. Αυτά προσφέρει η Σχολή και είναι κρίμα, που η Ελλάδα έχει μόνο τη δική μου Σχολή.

8.Γνωρίζετε πόσες σχολές κυνηγετικής και σκοπευτικής αγωγής υπάρχουν σε χώρες του εξωτερικού;

H Αγγλία έχει 42 σχολές, 87 η Αμερική, 24 Γαλλία, 18 Γερμανία. Δεν επιτρέπεται λοιπόν η Ελλάδα, να έχει μόνο μία, με 250.000 κυνηγούς. Εγώ το ήθελα πολύ και το έκανα. Προσπάθησα, το ξεκίνησα πρώτος, σαν «σκαπανέας» κατά κάποιον τρόπο και πρέπει να ακολουθήσουν και άλλοι. Να ανοίξουν και άλλες σχολές, να ανέβει το επίπεδο του Έλληνα κυνηγού. Δεν με ενδιαφέρει αν ανοίξουν 2-3 σχολές και ας έχω μετά τους μισούς πελάτες. Δεν με ενδιαφέρει αυτό γιατί δεν σκέφτομαι εγωιστικά. Πρέπει να κοιτάμε το δάσος και όχι το δέντρο. Στην Ελλάδα μερικοί φοβούνται, μη τυχόν και κάνει κάποιος άλλος την ίδια δουλειά με εμάς και μας πάρει πελάτες. Αυτό είναι  στενοκέφαλο. Δυστυχώς είναι πολύ χαμηλό το επίπεδο των κυνηγών στην Ελλάδα, όσον αφορά το θέμα της εκπαίδευσης και πρέπει οπωσδήποτε να ανέβει.

9.Τα τελευταία χρόνια, έχετε παρατηρήσει κάποια αλλαγή στα κυνηγετικά δρώμενα στον τομέα της εκπαίδευσης των κυνηγών;

Αυτό που είναι ενθαρρυντικό, είναι πως πράγματι, τα τελευταία χρόνια, οι Κυνηγετικοί Σύλλογοι  κάνουν σεμινάρια για το κυνηγετικό όπλο. Πρόσφατα, έχω κάνει 19 σεμινάρια σε Κυνηγετικούς και Σκοπευτικούς συλλόγους της επαρχίας, κάποια μονοήμερα και άλλα διήμερα. Τα σεμινάρια, περιλαμβάνουν εκπαίδευση του κυνηγού , κατάρτιση και όλα όσα πρέπει να ξέρει για την ασφαλή χρήση του όπλου, ούτως ώστε να μην γινόμαστε ρεζίλι στον Τύπο, πως οι κυνηγοί δεν ξέρουν από όπλα, τραυματίζονται και δυστυχώς σε κάποιες περιπτώσεις σκοτώνονται μεταξύ τους και διάφορα τέτοια.

10.Με τι τρόπο πιστεύετε πως θα μπορούσε να επιτευχθεί η εκπαίδευση των κυνηγών;

Αυτό, πιστεύω πως πρέπει να γίνει με πρωτοβουλία της Κ.Σ.Ε. που είναι ο ανώτερος φορέας. Να εκπονηθεί ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης για νέους κυνηγούς π.χ. όσοι βγάζουν άδεια από την επόμενη χρονιά, να περνούν υποχρεωτικά ένα σεμινάριο 20, 15, 18 ωρών, αυτό μπορούμε να το δούμε, το οποίο θα περιλαμβάνει τα απαραίτητα που οφείλει να γνωρίζει ένας νέος κυνηγός. Ασφαλής χειρισμός του όπλου και σωστή σκόπευση. Οι νέοι κυνηγοί, πρέπει οπωσδήποτε να τα μαθαίνουν αυτά υποχρεωτικά. Θα μπορούσαν επίσης οι Ομοσπονδίες, κατόπιν συνεννόησης με την Κ.Σ.Ε. να ορίσουν από ένα άτομο η κάθε μία, που θα ερχόταν στη Σχολή να το εκπαιδεύσω και εν συνεχεία, να επιστρέψει στη «βάση» του, στην Ομοσπονδία και να μεταλαμπαδεύσει αυτή τη γνώση στα υπόλοιπα μέλη. Προτίθεμαι να βοηθήσω με τις γνώσεις μου σε αυτή την περίπτωση. Αν ήταν δυνατόν επίσης, θα ήταν καλό να κάνω προσωπικά την επιλογή αυτών των προσώπων, βάσει εμπειρίας, γιατί δεν είναι απλό να πάρουμε κάποιον και να τον χρίσουμε προπονητή-εκπαιδευτή, αν δεν έχει όρεξη και μεράκι. Φυσικά, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, κάθε 3 ή 4 μήνες π.χ. θα έκανα μία επίσκεψη στην κάθε Ομοσπονδία για να παρακολουθήσω αν το σεμινάριο παραδίδεται με τον σωστό τρόπο. Δεν με ενδιαφέρει αν αργότερα αυτά τα 7 άτομα, στις Ομοσπονδίες, ανοίξουν δική τους Σχολή με τις γνώσεις που θα έχουν αποκτήσει. Το θέμα είναι να ανέβει το επίπεδο των Ελλήνων κυνηγών, που έχει μείνει πίσω. Αυτό είναι το ζητούμενο. Σε αυτό το κομμάτι, της υποχρεωτικής εκπαίδευσης των κυνηγών, μόνο η Κ.Σ.Ε. μπορεί να συμβάλλει. Εγώ, ρίχνω στο τραπέζι μία ιδέα που δεν με συμφέρει, αποβλέποντας όμως, στο κοινό συμφέρον, την εκπαίδευση και την ασφαλή χρήση του κυνηγετικού όπλου.

11.Έχετε υποβάλλει κάποιες σχετικές προτάσεις στην Κ.Σ.Ε. έως τώρα ή είναι μία σκέψη που κάνατε αυτό που μόλις περιγράψατε;

Δεν είναι σκέψη. Είχα κάνει αυτή την πρόταση στον Παπαδόδημα, γιατί η απόφαση είναι δική του. Αλλά έως τώρα δεν είχα καμία απάντηση, καμία ενημέρωση. Δεν έχει επικοινωνήσει κάποιος μαζί μου ούτε μου είπαν «Ξέρετε σκεφτήκαμε κάτι παρεμφερές πάνω σε αυτή την ιδέα που μας δώσατε». Δυστυχώς, δεν υπάρχει συνεργασία. Και είναι κρίμα να μην υπάρχει συνεργασία με την μοναδική Σχολή που υπάρχει στην Ελλάδα. Άλλωστε, πάντα μέσα από μία συνεργασία, μόνο κάτι θετικό μπορεί να προκύψει. Μάλιστα η Κ.Σ.Ε. είχε στα πλάνα της και σχετικό κονδύλι, για την εκπαίδευση των κυνηγών, το οποίο δεν ξέρουμε που βρίσκεται και αν τελικά θα υλοποιηθεί. Γνωρίζω ότι την ίδια εποχή, είχαν εκπονηθεί 2 πλάνα. Το ένα ήταν η Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή το οποίο και πραγματοποιήθηκε και το άλλο ήταν η εκπαίδευση των κυνηγών, που έχει μείνει πίσω. Θεωρώ λοιπόν, ότι κάποιος πρόεδρος πρέπει να έχει την ευαισθησία να γυρίσει και να το κοιτάξει αυτό το θέμα. Να είναι ο πρωτοπόρος, που θα συμβάλλει στο να ανέβει το επίπεδο των κυνηγών. Να πούνε ότι επί προεδρίας του τάδε, ξεκίνησε η υποχρεωτική εκπαίδευση των κυνηγών. Όπως ξεκίνησε και η Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή. Είναι ισάξια και τα δύο. Δεν μπορούμε να κοιτάμε μόνο τη φύλαξη και να παραβλέπουμε την εκπαίδευση.

12.Περάσαμε μία δύσκολη κυνηγετική χρονιά, από θηραματικής, οικονομικής αλλά και πολιτικής άποψης. Σε ότι μας αφορά ως κυνηγούς, πιστεύετε ότι η Κ.Σ.Ε. έπραξε ότι ήταν δυνατόν απέναντι σε ένα καθαρά αντικυνηγετικό Υ.Π.Ε.Κ.Α.;

Πράγματι, υπήρξαν αρκετά προβλήματα. Είχα μία συζήτηση με τον Νίκο Παπαδόδημα, ότι έχουμε δυσκολίες με τους ανθρώπους που βρίσκονται στις ΜΚΟ και ειδικά με την κ. Παντζελή στο θέμα του Υμηττού. Δυστυχώς, υπάρχουν άτομα που καθορίζουν την τύχη του κυνηγιού και δεν έχουν φύγει ποτέ από την Αθήνα, ούτε καν από το γραφείο τους. Δεν μπορούν να αφουγκραστούν λοιπόν το πόσο άδεια είναι τα χωριά χωρίς τους κυνηγούς. Μόνο ο κυνηγός θα πάει σε απομακρυσμένα χωριά των Ιωαννίνων, της Καστοριάς και θα αφήσει χρήματα σε ξενώνες και πανδοχεία που δε βλέπουν άνθρωπο τον χειμώνα. Ο κυνηγός, όταν φτάσει σε αυτά τα μέρη, θα πάει στην ταβέρνα, στο καφενείο, θα αφήσει χρήματα. Δεν είναι εκείνος που θα μείνει σε αντίσκηνο. Θα πάει με το αυτοκίνητό του, θα μείνει στο δωμάτιο θα πάει και στην ταβέρνα. Πολλές φορές μου έχουν πει ηλικιωμένοι στα  χωριά που έχω κυνηγήσει,  στην Αριδαία π.χ. για γερακότσιχλες, ότι «καλά που έρχεστε και εσείς και βλέπουμε κάποιον άνθρωπο». Δε μιλάω βέβαια για κεντρικά μέρη, αλλά για κάτι χωριά που αυτή τη στιγμή, ζούνε 10-15 άτομα. Αυτά που ξέρουμε και συναντούμε εμείς οι κυνηγοί, δεν το ξέρει καμία υπουργός η υφυπουργός. Ούτε καν περνάει από το μυαλό τους, κι όμως είναι αλήθεια.

Σχετικά με την Κ.Σ.Ε. ο Παπαδόδημας έχει κάνει μεγάλο αγώνα για το κυνήγι. Όντως θέλουν να μας το κόψουν συμφωνώ, αλλά δεν μπορούμε να ρίχνουμε όλες μας τις δυνάμεις εκεί, ενάντια στην κάθε υπουργό κάθε χρονιά. Να μπορούμε να κυνηγάμε, αλλά να κυνηγάμε σωστά και με ασφάλεια. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Να προσπαθούμε κατά ¾ να διατηρήσουμε το κυνήγι μας, αλλά και ¼ να πηγαίνει και στη εκπαίδευση. Στην καλλιέργεια του κυνηγού. Να τον φροντίσουμε. Δεν τον έχουμε φροντίσει τον κυνηγό. Οι επικεφαλής μας, δεν έχουν φροντίσει την εκπαίδευση του κυνηγού και πρέπει να το κάνουμε.

13.Σε ότι αφορά στις Μ.Κ.Ο. τι σχόλιο θα κάνατε σχετικά με την λειτουργία τους αλλά και το μένος, αρκετές φορές, που έχουν κατά των κυνηγών;

Για τις Μ.Κ.Ο. διαβάζουμε στο διαδίκτυο, πως κάποιες διαχειρίζονται μεγάλα κονδύλια και  βλέπουμε ότι κάποια άτομα είναι πολύ κοντά στην υπουργό, επηρεάζοντάς την άμεσα στις αποφάσεις που αφορούν εμάς τους κυνηγούς. Παρουσιάζουν λοιπόν αντικυνηγετική δραστηριότητα, για να δικαιολογήσουν τα λεφτά που παίρνουν. Αυτές οι οργανώσεις, έχουν κάτι πολύ δυνατό, που εμείς, οι κυνηγοί, δεν το έχουμε. Δυστυχώς, αυτό το κομμάτι, τις δημόσιες σχέσεις, θα μπορούσαμε να το είχαμε αναπτύξει επεμβαίνοντας σε κλιμάκια πολιτικών, αποσπώντας τους δεσμεύσεις. Υπάρχουν πολιτικοί που είναι κυνηγοί, ή που απλά τάσσονται υπέρ των κυνηγών, γιατί βλέπουνε μια πολύ μεγάλη οικογένεια ψηφοφόρων. Δεν μπορεί λοιπόν όταν κόβει η Κ.Σ.Ε. την πίτα να έρχονται και να τρώνε μάλιστα «κυνήγι», να τραπεζώνονται και να μας λένε «εμείς είμαστε εδώ, εμείς θα σας υποστηρίξουμε» κτλ. Ναι αλλά πως θα μας υποστηρίξετε; Απo το τραπέζι; Επιβάλλεται εσείς από τις κυβερνητικές σας θέσεις να περιορίσετε την ασυδοσία των Μ.Κ.Ο. Οι κυνηγοί είναι αυτοί που δίνουν εκατομμύρια ευρώ από τις άδειές τους, σε αντίθεση με τις Μ.Κ.Ο. που μόνο παίρνουν. Πως είναι δυνατόν να περιορίσουμε τους κυνηγούς, τη στιγμή που βάζουν τόσα χρήματα στον κρατικό κορβανά. Επομένως, δεν είναι μόνο οι ψήφοι μας, αλλά και τα έσοδα που έχει το κράτος από εμάς. Πρέπει λοιπόν η «κεφαλή» η δική μας, αυτοί που είναι επιφορτισμένοι με το κομμάτι της επικοινωνίας με τους πολιτικούς, δεν ξέρω αν είναι ο Παπαδόδημας,ή ο Σταθοπουλος, η κάποια άλλα καλά στελέχη που έχουμε, αυτοί πρέπει να τους πιάσουν και να τους δεσμεύσουν, σχετικά με την διαιώνιση του κυνηγιού στην Ελλάδα.

14.Έρχονται νέα παιδιά στη Σχολή; Ενδιαφέρονται πιστεύετε οι νέοι να ακολουθήσουν τα χνάρια του πατέρα, του θείου, του παππού κυνηγού;

Νέα παιδιά έρχονται αρκετά στη Σχολή. Κάποια έρχονται μικρότερα από 18 χρονών. Μαθητές, παιδιά κυνηγών, ανίψια κυνηγών κ.α. Για παιδιά 14 ετών π.χ. υπάρχει ειδικό πρόγραμμα, λόγω του ότι θέλουν ειδική μεταχείριση. Στο εξωτερικό αναφορικά, για να προσελκύσουν παιδιά στην κυνηγετική δραστηριότητα, γίνονται διαλέξεις σε σχολεία όπου μιλάνε για το κυνήγι ως υπαίθρια δραστηριότητα. Δεν μιλούν δηλαδή στα σχολεία μόνο για τον προσκοπισμό και την πεζοπορία. Συζητούν αποκλειστικά για το κυνήγι και το παρουσιάζουν ως την κορυφαία δραστηριότητα στην ύπαιθρο. Οι ομιλίες αυτές είναι πολύ χρήσιμες και ουσιώδεις. Φανταστείτε να είχαμε αυτούς τους ανθρώπους, που ανέφερα προηγουμένως, από τις Ομοσπονδίες, μία φορά την εβδομάδα, να επισκέπτονται γυμνάσια και λύκεια και να μιλούσαν στους μαθητές για τα προτερήματα του κυνηγιού. Πιστεύω πως αν το προτείναμε ως κυνηγοί, δεν θα υπήρχε κανένα σχολείο που θα αρνιόταν να γίνει μία ομιλία, για μία υπαίθρια δραστηριότητα. Ως όρος άλλωστε (υπαίθρια δραστηριότητα), περνάει πολύ πιο ομαλά στο κοινό. Αυτό, γιατί και η συλλογή μανιταριών είναι υπαίθρια δραστηριότητα όπως και το ψάρεμα και η πεζοπορία. Πρέπει να περάσουμε δηλαδή σαν ιδέα στα παιδιά, ότι την φύση πρέπει να την βιώνουμε, όχι να την αποστειρώνουμε.

15.Στο περιοδικό «Κυνηγός και Φύση» απαντάτε μέσα από τη στήλη «Ερωτήσεις Απαντήσεις» και στην Απογευματινή ήσασταν μέχρι και το καλοκαίρι. Τι είδους ερωτήσεις λαμβάνεται και πόσες περίπου; Οι κυνηγοί σκοπευτές τι ενδιαφέρονται να μάθουν;

Οι κυνηγοί διψούν για μάθηση, για πληροφόρηση και ενημέρωση. Την στήλη «Ερωτήσεις Απαντήσεις» που έχω τώρα στο «Κυνηγός και Φύση», την είχα και στην «Απογευματινή Κυνήγι» και παλιότερα στην «Κυνηγεσία και Κυνοφιλία» όπου διαδέχτηκα τον Ελευθέριο Συνοδινό και τον Γιάννη Νικητόπουλο. Η στήλη αυτή λοιπόν, διαβάζεται περισσότερο από τους κυνηγούς και αφορά ερωτήματα που έχουν να κάνουν με το όπλο, με τα φυσίγγια, την σκοπευτική τεχνική, τις αιτίες που προκαλούν τις αστοχίες, την εκπαίδευσή του εν γένει, καθώς και διάφορα τεχνικά θέματα. Επίσης στέλνουν ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με την αξία ενός  όπλου που βρέθηκε στα χέρια τους από κληρονομιά, ή ανακάλυψαν κάπου ξεχασμένο στο σπίτι, στο χωριό κτλ. ούτως ώστε, σε περίπτωση που το πουλήσουν, να μην το δώσουν για ένα κομμάτι ψωμί. Στο περιοδικό, λαμβάνουμε 20-25 επιστολές το μήνα στις οποίες απαντούμε με σειρά προτεραιότητας και ακολουθούν ηλεκτρονικά μηνύματα και φάξ από όλη την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αυστραλία, από εκείνους που επιζητούν μία απάντηση στο θέμα που τους ενδιαφέρει στη γλώσσα τους. Θεωρώ ότι είναι από τις πιο σημαντικές στήλες σε ένα περιοδικό, γιατί χρησιμεύουν όχι μόνο σε αυτόν που τις έστειλε, αλλά και σε κάποιον άλλον που ενδεχομένως είχε την ίδια ερώτηση, αλλά δίσταζε να την στείλει. Με αυτόν τον τρόπο, απαντώντας σε μία ερώτηση π.χ. από την Κρήτη, μπορεί να βοηθηθεί και κάποιος άλλος στην Αλεξανδρούπολη ή στα Γιάννενα και το αντίστροφο. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, που όταν μας τηλεφωνούν και μας ρωτούν για κάποια τεχνικά θέματα, επιμένουμε να στείλουν το ερώτημά τους γραπτά, ούτως ώστε να το βάλουμε στο περιοδικό και να διαβάσουν την απάντηση και οι υπόλοιποι αναγνώστες. Βλέπουμε δηλαδή το συλλογικό καλό και όχι μόνο το ατομικό.

Με το διαδίκτυο όμως πλέον, τα περιοδικά παραγκωνίζονται και αυτό είναι ένα σοβαρό θέμα. Σήμερα μας στέλνουν ένα ηλεκτρονικό μήνυμα και περιμένουν απάντηση μέσα στη μέρα. Με αυτόν τον τρόπο όμως, πως θα ενημερωθεί ο κυνηγός που δεν έχει διαδικτυακή σύνδεση, ή δεν γνωρίζει από υπολογιστές; Πρέπει να σκεφτούμε και αυτόν τον κυνηγό και να τον ενημερώσουμε. Τα έντυπα είναι μία στήριξη των κυνηγών.  Ο «Κυνηγός και Φύση», η «Κυνηγεσία και Κυνοφιλία», ο «Τύπος Κυνήγι», το «Έθνος Κυνήγι», το «Στόχαστρο» όλα αυτά πρέπει να υπάρχουν.

16.Από πλευράς όπλου, ποιόν τύπο λειόκαννου θα προτείνατε σε κάποιον να αγοράσει;

Το πιο χρήσιμο όπλο που θα μπορούσε να αγοράσει κανείς, είναι το αλληλεπίθετο, ανεξαρτήτου μάρκας. Από εκεί και πέρα, παίζει ρόλο η οικονομική κατηγορία που μπορεί να κινηθεί κανείς η οποία όσο ανεβαίνει, πληθαίνουν και οι επιλογές. Το αλληλεπίθετο, έχει 2 βολές και όχι 3 όπως το ημιαυτόματο λειόκαννο, πράγμα που αυτόματα κάνει τον σκοπευτή πιο προσεκτικό και μετρημένο. Είναι ένα όπλο που θεωρείται το καλύτερο για μικτή χρήση, δηλαδή σκοπευτήριο και κυνήγι, οπότε αν κανείς θέλει να αγοράσει μόνο ένα όπλο, τότε καλό θα ήταν να αγοράσει αλληλεπίθετο. Κατέχοντας λοιπόν μόνο ένα όπλο που το χρησιμοποιεί στο κυνήγι και στο σκοπευτήριο, τότε με τον καιρό, αυτό γίνεται προέκταση του χεριού του και το μαθαίνει πάρα πολύ καλά. Έχει φροντίσει από την αρχή βέβαια το κοντάκι να ταιριάζει στο σωματότυπό σου και αν δεν ξέρει, πηγαίνει σε ένα δάσκαλο κυνηγετικής σκοπευτικής αγωγής και του υποδεικνύει ποιο είναι το κατάλληλο για εκείνον. Από εκεί, πάει μετά στον οπλουργό και φέρνει το κοντάκι στα μέτρα του ή του φτιάχνει ένα άλλο κοντάκι. Αφού ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, τότε πραγματικά, θα έχει το ιδανικό όπλο, που θα τα κάνει όλα με αυτό. Αναφορικά, στη Σχολή παίρνω προσωπικά τα σωματομετρικά των μαθητών μου, ανεξαρτήτου όπλου, πλαγιόκαννου, αλληλεπίθετου ή ημιαυτόματου και δίνω οδηγίες για το κατάλληλο κοντάκι σε κάθε περίπτωση, ούτως ώστε η σκόπευση να γίνεται άνετα, άμεσα και σε καμία περίπτωση επώδυνη.

Γιώργος Ξανθόπουλος

Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Πρακτικής Σκοποβολής Βελιγράδι 2010

Το Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου στο Βελιγράδι, έλαβε χώρα η έναρξη του Πρωταθλήματος Πανευρωπαϊκής Πρακτικής Σκοποβολής με πιστόλι. Η τελετή, άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις σε  όλους τους παρευρισκόμενους , με αποκορύφωμα τη στιγμή που αλεξιπτωτιστές, βούτηξαν  από ένα αεροπλάνο σε μεγάλο ύψος και προσγειώθηκαν όρθιοι μπροστά στο κοινό που τους επευφημούσε με χειροκροτήματα. Ένας σύντομος λόγος καλωσορίσματος  του υπουργού, ήταν ο καλύτερος τρόπος για να κλείσει η σύντομη αλλά άξια τελετή έναρξης, για αυτό το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.

Η Πρακτική Σκοποβολή, με καραμπίνα, που αφορά εμάς τους κυνηγούς, για όσους δεν γνωρίζουν, χωρίζεται σε 3 κατηγορίες, με τα εξής χαρακτηριστικά.

1.Standard, στην οποία επιτρέπονται αποθήκες λειόκαννων χωρητικότητας έως 8 φυσιγγίων.

2.Modified, που ορίζει η καραμπίνα να χωράει σε ένα κουτί-θήκη συγκεκριμένων διαστάσεων (μήκους 1,32 μ. και πλάτους 24εκ.)

3.Open στην οποία όπως φανερώνει και το όνομα, μπορεί να διαγωνιστεί καραμπίνα οποιωνδήποτε χαρακτηριστικών. Π.χ. τα ρωσικά Molot και Saiga, που έχουν γεμιστήρα 20 φυσιγγίων ή ακόμα και οι Τσέχοι που και αυτοί παρουσίασαν γεμιστήρα 20 φυσιγγίων. Το διαμέτρημα που κυρίως χρησιμοποιείται είναι το 12 cal. και τα φυσίγγια, ξεκινούν από μονόβολα έως 12βολα και από 26 έως 36 γρ. σκάγια.

Τα μονόβολα επιτρέπονται σε αποστάσεις 50 μ. για μεταλλικό στόχο και τα 9βολα-12βολα σε αποστάσεις από 7 μ. και πάνω για μεταλλικούς και χάρτινους στόχους.

Για την ιστορία, οι αποστάσεις που οι 60 περίπου  Έλληνες αθλητές διαγωνίστηκαν σε αυτό το πρωτάθλημα με πιστόλι, ήταν από 4 έως 8μ.

Το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, διεξήχθη εντός ενός σερβικού στρατοπέδου, εκπληκτικά διαμορφωμένου, που απέσπασε ιδιαιτέρως κολακευτικά σχόλια από όλους όσους το επισκέφτηκαν.

Εκεί λοιπόν, ως φιλοξενούμενος του Σκοπευτικού Ομίλου της Παρτιζάν, που ήταν και χορηγός της διοργάνωσης, είχα την τύχη να συναντήσω μία παρέα Ελλήνων σκοπευτών, μέλη της Εθνικής ομάδας και είχαμε την παρακάτω κουβέντα.

Πρώτα με τον κ.  Μιχάλη  Ζαφειρίδη, ο οποίος ήταν και ο πιο παλιός και έμπειρος από πλευράς συμμετοχών,  σε σημαντικά πρωταθλήματα με τα χρώματα της γαλανόλευκης.

Πείτε μου από πού κατάγεστε και πότε ξεκινήσατε να ασχολείστε με το άθλημα της πρακτικής σκοποβολής.

Κατάγομαι από τα Γιάννενα και ξεκίνησα να ασχολούμαι με την σκοποβολή από τον καιρό που ήμουν φοιτητής το 1980, κυρίως με ολυμπιακά σκοπευτικά αθλήματα. Η πρώτη μου συμμετοχή σε πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα, ήταν το 1992 στο Πανευρωπαϊκό της Βαρκελώνης. Από τότε, έχω συμμετάσχει σε άλλους 7 πανευρωπαϊκούς αγώνες  με καραμπίνα (shotgun), πιστόλι και ραβδωτό (rifle), καθώς επίσης και σε ένα παγκόσμιο. Επιπροσθέτως, είμαι μέλος της Εθνικής ομάδας για πολλά χρόνια.

Πως σας φάνηκε η διοργάνωση του Πανευρωπαϊκού Πρωταθλήματος εδώ στη Σερβία;

Η διοργάνωση είναι από τις καλύτερες που έχω συμμετάσχει. Άριστα διαμορφωμένος χώρος και μεγάλη συμμετοχή. Φυσικά βοηθάει πολύ το κλίμα της χώρας και το περιβάλλον, που έχει δημιουργήσει το πανέμορφο γρασίδι και την κατάλληλη υγρασία. Οφείλω να ομολογήσω πάντως, πως οι Σέρβοι ανέβασαν πολύ τον πήχη με αυτή τους την διοργάνωση και τον άψογο επαγγελματισμό τους. Η χώρα μας, έχει την επόμενη μεγάλη σημαντική διοργάνωση στη Ρόδο, στις 3 Οκτωβρίου του 2011 και μάλιστα σε θα είναι Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Οπότε πρέπει να φανούμε και είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρουμε, τουλάχιστον αντάξιοι των γειτόνων μας ή και ανώτεροι. Ήδη στην Ελλάδα, έχουν γίνει 2 πανευρωπαϊκοί το 1998 και το 2006, ένας για πιστόλι και ένας για καραμπίνα (shotgun). Έχουμε δώσει καλά δείγματα τα τελευταία χρόνια σε επίπεδο οργάνωσης αλλά και συμμετοχής και όλοι πιστεύουμε ότι θα γίνει κάτι το εξαιρετικό

Μου αναφέρατε προηγουμένως όταν συναντηθήκαμε, πρίν τη συνέντευξη, ότι τόσο ο γιός σας, όσο και η κόρη σας, ασχολούνται με την σκοποβολή.

Πράγματι, η κόρη μου είναι στην εθνική ομάδα στο αεροβόλο και ο γιός μου ήρθε μαζί μου εδώ στη Σερβία και διαγωνίστηκε .Ήταν ο 2ος πανευρωπαϊκός που συμμετείχε, έχοντας τη 2η θέση από την πρώτη του συμμετοχή με ραβδωτό (rifle).

Η ωραία κουβέντα που είχα συνεχίστηκε με τον κ. Απόστολο Βεργο.

Για εσάς αυτό το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα είναι το πρώτο;

Ναι είναι η πρώτη μου συμμετοχή σε Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και όπως ανέφερε προηγουμένως ο Μιχάλης, έχω και εγώ εντυπωσιαστεί από το υψηλό επίπεδο της διοργάνωσης.

Πείτε μου για εσάς και την ενασχόλησή σας με το άθλημα της Πρακτικής Σκοποβολής.

Κατάγομαι από τα Γιάννενα και είμαι μέλος του  αθλητικού ομίλου «Πούντος». Μένω στη  Θεσσαλονίκη, αλλά βέβαια επισκέπτομαι πολύ συχνά τα αγαπημένα μου Γιάννενα, όπου έχουμε ένα καταπληκτικό σκοπευτήριο, που φιλοξενεί και τις 3 κατηγορίες, καραμπίνα (shotgun) πιστόλι και ραβδωτό (rifle). Δυστυχώς, στη Θεσσαλονίκη, παρόλο που είναι η συμπρωτεύουσα της χώρας μας, δεν υπάρχει ούτε ένα. Ζητάμε τόσο καιρό ένα σκοπευτήριο  από τον νομάρχη, το ζητάμε από τον δήμαρχο και μας κοιτάνε λες και είμαστε πολεμοχαρείς, λες και  θέλουμε να κάνουμε ζημιά σε κάποιον. Είναι απαράδεκτες καταστάσεις αυτές και δεν μας βοηθούν καθόλου βέβαια στην ανάπτυξη του αγαπημένου μας αθλήματος. Δεν μας βοηθούν πουθενά στο άθλημα. Προτείναμε να μας  παραχωρήσουν ένα παλιό νταμάρι, κάτι, οτιδήποτε για να προπονούμαστε και όλοι μας γύρισαν το κεφάλι. Λίγοι είναι αυτοί που το αγαπάνε το άθλημα και κυρίως αστυνομικοί οι οποίοι βοηθούν πολύ. Στα Γιάννενα π.χ. ένας καταπληκτικός αστυνομικός, δεν θέλω να αναφέρω το όνομά του,  αγαπούσε πολύ το άθλημα και μας είχε βοηθήσει πάρα πολύ.

Σχετικά με το παγκόσμιο του χρόνου στη Ρόδο, πιστεύω ότι θα βγούμε ασπροπρόσωποι και ακόμα καλύτεροι από τους Σέρβους, που ήταν καταπληκτικοί κατά κοινή ομολογία.

Σε αυτό το σημείο, ο κ. Μιχάλης Ζαφειρίδης, θέλησε να τονίσει τη σημαντική βοήθεια της 8ης Μεραρχίας στα Γιάννενα. Είπε λοιπόν..

Θέλω να αναφέρω , ότι στα Γιάννενα, η 8η  Μεραρχία  Στρατού, μας έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Όλοι οι διοικητές τα τελευταία χρόνια, μηδενός εξαιρουμένου, που πέρασαν από την Μεραρχία, αποτελούν φωτεινή εξαίρεση ανάμεσα σε όλους αυτούς που δεν ενδιαφέρονται για το άθλημά μας. Αποκορύφωμα της συνεχούς βοήθειάς τους, είναι ότι μας παραχώρησαν χώρο πλησίον του στρατοπέδου, τον οποίο ελέγχουν και έχουμε φτιάξει  εκεί, ένα πολύ ωραίο σκοπευτήριο όπου και προπονούμαστε. Πρέπει να μαθευτεί αυτή η σημαντική βοήθεια που μας προσφέρουν και να προσθέσω, ότι χωρίς αυτή τη βοήθεια, απλά, δεν θα είχαμε σκοπευτήριο.

Στη συνέχεια, το λόγο πήρε ο Βαγγέλης Παπαγρηγορίου, σκοπευτής από τα Γιάννενα αλλά και κυνηγός αγριόχοιρων, με εξαίρετα κυνηγόσκυλα, μια που η περιοχή του είναι από τις παραδοσιακά καταλληλότερες για αυτό το κυνήγι.

Πότε αρχίσατε τις προπονήσεις με την Πρακτική Σκοποβολή;

Ξεκίνησα το  2004, και αυτός είναι ο  2ος πανευρωπαϊκός για μένα. Πέρσι συμμετείχα για πρώτη φορά σε πανευρωπαϊκό με καραμπίνα (shotgun)  και φέτος εδώ. Ασχολούμαι κυρίως με το πιστόλι και προσπαθώ, όπως όλοι στην ομάδα,  να παίρνουμε μέρος σε όλους τους αγώνες στην Ελλάδα, γιατί παρακολουθούμε το πρωτάθλημα και θέλουμε να είμαστε παρόντες σε όλες τις διοργανώσεις .Επιθυμία μας είναι να έχουμε μία καλή θέση ως εθνική ομάδα, πράγμα που σημαίνει πολλές ώρες προπόνησης, που “κλέβεις” από τον ελεύθερο χρόνο, τη  δουλειά και ειδικά αυτές τις εποχές βέβαια, δεν μπορούμε να “κλέβουμε” και τόσες ώρες από την εργασία μας.

Η διοργάνωση εδώ πως σας φάνηκε;

Έχουμε μείνει έκπληκτοι από το περιβάλλον και είναι πολύ καλύτερα, σε σχέση με το περσινό πανευρωπαϊκό. Εδώ είναι πολλά αστέρια παραπάνω και σαν τερέν και σαν διοργάνωση. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε ανάλογα και εμείς του χρόνου στο παγκόσμιο. Ήρθε πολύς κόσμος εδώ στο πανευρωπαϊκό, οπότε στο παγκόσμιο και το ενδιαφέρον αλλά και ο κόσμος, θα είναι περισσότερος. Πιο πολύς κόσμος και περισσότερες φυσικά οι απαιτήσεις. Μέχρι στιγμής από ότι ξέρω, προχωράμε καλά στη Ρόδο. Εδώ το κράτος, έχει αγκαλιάσει αυτό το άθλημα. Βρισκόμαστε σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις όπου ήρθε υπουργός και έβγαλε λόγο καλωσορίζοντάς μας, η αστυνομία μπήκε μπροστά από το αυτοκίνητό μας για να πάμε γρήγορα εκεί που θέλουμε να πάμε και γενικά αντικρίσαμε σεβασμό και αντιμετώπιση που για εμάς είναι πρωτόγνωρη. Το ελληνικό κράτος, δεν μας έχει στηρίξει και δυστυχώς απέχει εμφανώς από κάθε δραστηριότητα του συγκεκριμένου αθλήματος. Αν θελήσουν να βοηθήσουν, τότε θα πάμε καλά στις προπονήσεις και θα φέρουμε ανάλογα αποτελέσματα σε πανευρωπαϊκούς και παγκόσμιους αγώνες. Αλλιώς δεν θα προχωρήσει το άθλημα με την τραγική αυτή νομοθεσία περί όπλων και που υπάρχει στην Ελλάδα. Εμείς πάντως, επειδή αγαπούμε αυτό που κάνουμε, θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για καλύτερη αντιμετώπιση και καλύτερα αποτελέσματα σε όλους τους αγώνες και σε όλες τις διοργανώσεις.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Ελ.Τύπος Κυνήγι» στις 6-10-2010

Γιώργος Ξανθόπουλος

Συνέντευξη με τον κ. Απόστολο Χρ. Αντωνάκη

1. Από ποιό μέρος κατάγεστε και που ζήσατε τα παιδικά σας χρόνια;

Γεννήθηκα στην Αθήνα από νησιώτες γονείς. Η καταγωγή του πατέρα μου είναι από την Βιάνω της Κρήτης και της μητέρας μου από την Σέριφο των Κυκλάδων. Είμαι περήφανος για την καταγωγή μου αλλά όχι για τον τόπο –αναγκαστικής- διαμονής μου που έχει καταντήσει αποπνικτικός και αφιλόξενος. Αναφέρομαι στην άλλοτε πανέμορφη Αθήνα.

2. Σε ποιά ηλικία ανακαλύψατε το κυνήγι; Συνετέλεσε σε αυτό κάποιος συγγενής κυνηγός;

Σε ηλικία 6-7 ετών κάποιος φίλος μου πολυτεχνίτης, μου έκανε δώρο μια χειροποίητη σφεντόνα για να τον ακολουθώ στο κυνήγι. Με προκάλεσε, με παίδεψε μέχρι να μάθω σημάδι, αλλά χωρίς να το καταλάβω, μου καλλιέργησε κάτι που υπήρχε, προφανώς, μέσα μου, δηλαδή το ένστικτο του κυνηγού. Αυτό μου το σφυρηλάτησε αργότερα ο πατέρας μου, στο κυνήγι της νησιωτικής πέρδικας.

3. Η Ελλάδα είναι γεμάτη ομορφιές και υπέροχους κυνηγότοπους. Σε ποιούς κάνατε τις πρώτες εξορμήσεις σας; 

Με βάση όσα προανέφερα, το κυνήγι ξεκίνησε για μένα στην Σέριφο. Με δύσκολο βέβαια τρόπο, απέναντι στην λεβεντοπερπατούσα των ελληνικών βουνών. Κυνήγησα σιγά σιγά σε αρκετά κυκλαδονήσια και ως «Αθηναίος» επισκέφτηκα πολλούς κυνηγότοπους της Στερεάς Ελλάδας, με επίκεντρο την Αιτωλοακαρνανία, την Εύβοια και την ιδιαίτερη πατρίδα της συζύγου μου, την Κατοχή Μεσολογγίου. Από εκείνους που αγάπησα, κρατώ ευχάριστες αναμνήσεις από την Σπερχειάδα, την Ευρυτανία, κάθε γωνιά της πανέμορφης Εύβοιας, αλλά και τα Βαρδούσια, που έχουν απίστευτες ομορφιές. Φυσικά δεν θα απαξιώσω τους γοητευτικούς κυνηγότοπους των Σερρών και τους φιλόξενους κατοίκους, που συνάντησα στα κυνήγια μου.

4. Στο στρατό από όσο ξέρω ήσασταν βαθμοφόρος. Τι βαθμό είχατε και που υπηρετήσατε;

Υπηρέτησα στο Πολεμικό Ναυτικό και αποστρατεύτηκα με τον βαθμό του Υποπλοιάρχου. Υπηρέτησα σε πολλές μάχιμες μονάδες (πολεμικά πλοία) αλλά και σε υπηρεσίες ξηράς, με τελευταία το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού, απ’ όπου και αποστρατεύτηκα.

5. Πριν από πόσα χρόνια αρχίσατε να αρθρογραφείτε για το κυνήγι και σε ποια έντυπα αφήσατε δείγματα γραφής έως τώρα;

Το ξεκίνημα της κυνηγετικής αρθογραφίας μου, ήταν η εποχή που ήμουν ακόμη ένστολος και με ερασιτεχνικό τρόπο πριν από 29 περίπου χρόνια. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν έντυπα του χώρου, στα οποία δεν άφησα το αποτύπωμά μου. Πιστεύω ότι η ταπεινότητά μου, συνέβαλε με καθοριστικό τρόπο στην εξέλιξη των κυνηγετικών εντύπων της πατρίδας μου, αλλά και στην διεύρυνση της κυνηγετικής δημοσιογραφίας, η οποία δυστυχώς σήμερα παρουσιάζει κάμψη.

6. Ο τρόπος γραφής σας είναι χαρακτηριστικός. Επιτρέψτε μου να πω ότι έχετε ευγένεια στην «πένα» σας και καυστικότητα στο μελάνι της, εκεί που χρειάζεται. Πως το εκλαμβάνουν αυτό οι αναγνώστες σας και πως αποκωδικοποιούν τα μηνύματα που θέλετε να στείλετε;

Σε ό,τι αφορά στον ρομαντισμό που εμπνέει τις σκέψεις μου και αποτυπώνεται στο γράψιμό μου (τουλάχιστον τις περισσότερες φορές) πιστεύω πως αντιμετωπίζεται με θετικό τρόπο και σχόλια από τους χιλιάδες αναγνώστες –παλαιούς και νεότερους- που με διαβάζουν όλα αυτά τα χρόνια. Από αυτούς άλλωστε, αντλώ δύναμη και κουράγιο για να συνεχίζω τις προσπάθειές μου. Χωρίς την δύναμη των αναγνωστών και των σχολίων τους –ακόμα και της κριτικής τους- δεν είναι δυνατόν να παλεύεις με την πένα. Για εκείνους που η πένα μου ήταν καυστική, θα πρέπει να καταλάβουν την καλοπροαίρετη και εποικοδομητική διάθεσή μου, η οποία δεν θα πρέπει να μεταφράζεται με κανέναν άλλον αυθαίρετο τρόπο.

7. Οι κυνηγοί ενδιαφέρονται να ενημερωθούν όσο θα έπρεπε για τα κυνηγετικά δρώμενα;

Σήμερα ζούμε το εξής φαινόμενο: Την γενικευμένη απαξίωση των κυνηγών αναγνωστών, σε ό,τι αφορά στην ενημέρωση. Κάποτε η διάθεσή τους, ήταν ακριβώς αντίθετη με ό,τι συμβαίνει σήμερα. Αυτή η εκδήλωση, ως συμπεριφορά, πιθανόν να έχει τις ρίζες της στην γενικότερη αντίδραση της κοινωνίας από όσα καταθλιπτικά συμβαίνουν και την καταπιέζουν. Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι οι κυνηγοί οφείλουν να αλλάξουν νοοτροπία, να αγοράζουν και να διαβάζουν τα έντυπα του χώρου και να τα στηρίζουν, διότι χωρίς αυτά, το κυνήγι που υποτίθεται ότι αγαπούν, θα υποστεί ανεπανόρθωτες ήττες.

8. Πράξατε κάτι πρωτοποριακό στον κυνηγετικό έντυπο χώρο, δημοσιεύοντας στο διαδίκτυο όλο το περιοδικό «Ελεύθερος Τύπος – Κυνήγι» σε ηλεκτρονική μορφή και μάλιστα δωρεάν. Πως πήρατε αυτή την απόφαση;

Η απόφαση για την ηλεκτρονική δημοσίευση του «ΤΥΠΟΣ – ΚΥΝΗΓΙ» αποτελεί μια πιλοτική προσπάθεια, της οποίας τα αποτελέσματα μελετάμε προσεκτικά και θα αποφασίσουμε ανάλογα, όταν θα αναλυθούν τα στοιχεία.

9. Πιστεύετε ότι στο διαδίκτυο βρίσκεται το μέλλον και της κυνηγετικής ενημέρωσης;

Το μέλλον είναι ένας ακαθόριστος όρος. Χρονικά και όχι νωρίτερα από 5 χρόνια, πιστεύω ότι θα αρχίσει μια σταδιακή αξιοποίηση του διαδικτύου για την κυνηγετική ενημέρωση. Ποτέ όμως ο έντυπος χώρος, δεν θα χάσει την αίγλη και το κύρος του.

10. Παρακολουθείτε τα όσα γράφονται διαδικτυακά για το κυνήγι;

Περιστασιακά ναι, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχει απ’ την πλευρά μου ενδιαφέρον. Θα έδειχνα όμως μεγαλύτερη προσοχή, εάν δεν υπήρχε η ανωνυμία στα forums και στους bloggers. Είμαι της αρχής, ότι οποιοσδήποτε έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα την γνώμη και την κριτική του, αρκεί να τα υπογράφει. Διότι ανωνύμως μπορεί να καταφέρεσαι εναντίον οποιουδήποτε, αποποιούμενος την ευθύνη που πολλές φορές έχει και νομικό χαρακτήρα, κάτι το οποίο στον Τύπο δεν μπορεί να συμβεί.

11. Η φετινή ρυθμιστική καλύπτει πλήρως τα δικαιώματα των κυνηγών πιστεύετε;

Η φετινή Ρυθμιστική δεν διαφέρει από καμία προηγούμενη. Συνεχίζω να επιμένω, ότι πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να θωρακιστεί νομικά, ώστε να μην υπάρχουν οι γνωστές προσφυγές και οι ταλαιπωρίες των Ελλήνων κυνηγών.

12. Αν είχατε τη δυνατότητα να αλλάξετε κάτι στον κυνηγετικό χώρο, ποιο θα ήταν αυτό;

Την νοοτροπία των κυνηγών. Τα θεωρούν όλα δεδομένα και αυτό είναι μεγάλο λάθος. Απ’ αυτή την νοοτροπία, πηγάζει και το επίπεδο της παιδείας τους, κάτι που πρέπει να αναβαθμιστεί, εάν θέλουμε πραγματικά να ατενίσουμε με περισσότερες ελπίδες το μέλλον του κυνηγιού.

13. Υπάρχει ένα γεγονός που μου είχατε εξιστορήσει όταν πρωτοσυναντηθήκαμε, σχετικά με κάποιες κυνηγετικές εκλογές και την είσοδό σας εκεί με την ελληνική στρατιωτική στολή, κίνηση η οποία μόνο απαρατήρητη δεν πέρασε. Περιγράψτε μου τα γεγονότα όπως τα ζήσατε.

Το να μιλάς για το παρελθόν είναι μια ιστορία που συχνά φαίνεται ξεφτισμένη απ’ το πέρασμα του χρόνου. Ό,τι έκανα, αποτέλεσε προϊόν της μεγάλης αγάπης και της αφοσίωσής μου για το κυνήγι. Συνεπώς, τόλμησα πράγματα για τα οποία με παρότρυναν άνθρωποι που δεν είναι σήμερα στην ζωή, αλλά και ο Γιώργος Τσαγκανέλιας, ο εκδότης των «Κυνηγετικών Ειδήσεων» ο οποίος εκτός από εμένα, έβγαλε στο «κουρμπέτι» τους περισσότερους του χώρου, κυρίως μεγαλοσχήμωνες κυνηγοπατέρες, οι οποίοι στην πορεία τον ξέχασαν. Δεν συμβαίνει το ίδιο με μένα. Του αναγνωρίζω το γεγονός ότι με αγκάλιασε με στοργή, με εμπιστεύτηκε, με συμβούλευσε και με καθοδήγησε με σωστό τρόπο, ώστε να προσφέρω ό,τι καλύτερο είχα στην κυνηγετική ιδέα. Το ότι ακολούθησα στην συνέχεια άλλες διαδρομές, δεν ακυρώνει την φιλία μου με τον Γιώργο και την οικογένειά του. Η εμπειρία μου από τα συνδικαλιστικά του χώρου μας, δεν χωρά σε μια συνέντευξη. Πόσο δε μάλλον τώρα, που οι συνθήκες με ανάγκασαν να εισέλθω ξανά σε αυτούς τους χώρους, ως πρόεδρος του Κυνηγετικού Συλλόγου Αμαρουσίου, με εντολή από την τοπική δασική αρχή. Ίσως φταίει το κάρμα μου, ίσως το πεισματάρικο γονίδιο του χαρακτήρα μου, που με καθοδηγεί να θέλω την αλλαγή προς το καλύτερο των πραγμάτων του κυνηγετικού μας χώρου. Στο τέλος, παρόλη την αυτοδιάθεσή σου με ανιδιοτέλεια, ακούς και τα σχολιανά σου, αλλά δεν πτοείσαι όταν νοιώθεις ότι τα έχεις καλά με την συνείδησή σου. Έτσι έγινε τότε, όταν με θεώρησαν κάποιοι «ανεπιθύμητο», ίσως έτσι συμβεί και πάλι. Ο χρόνος θα δείξει…

14. Με την κίνησή σας αυτή θελήσατε να δείξετε την αγάπη και το πάθος σας για το κυνήγι;

Ποιος άλλος λόγος μπορεί να σε αναγκάσει να αφιερώνεις το ελάχιστο της προσωπικής σου ζωής στο κυνήγι και στις οργανώσεις; Εκτός αν είσαι μαζοχιστής…

15. Μπορεί να υπάρξει κατά τη γνώμη σας κυνηγός, χωρίς αγάπη και πάθος για τη φύση;

Κυνηγός είναι κάθε άνθρωπος στη ζωή. Όλοι κυνηγούν κάτι. Άλλος το όνειρο, άλλος τη δόξα, άλλος την καταξίωση, άλλος το χρήμα, άλλος την αγάπη, άλλος την επαγγελματική ανταμοιβή, άλλος την εμπειρία, άλλος την ματαιοδοξία και κάποιοι άλλοι διαφορετικά οφέλη, όπως είναι οι θηρευτές – κυνηγοί. Οι τελευταίοι –εμείς δηλαδή- κυνηγάμε περισσότερο τις διδαχές της Μητέρας Φύσης και πολύ λιγότερο την θηραματική κάρπωση. Για εμάς λοιπόν, κυνήγι χωρίς προσήλωση και αγάπη για την φύση δεν υπάρχει. Ο σωστός κυνηγός, είναι πρώτιστα εραστής του φυσικού κεφαλαίου, κυνηγάει τα μαθήματα και τις εμπειρίες και στο τέλος –εάν το δικαιούται- θηρεύει.

16. Γιατί πιστεύετε κυνηγοί και οικολόγοι βρίσκονται σε «αντίπαλα στρατόπεδα» ενώ θα έπρεπε να συνεργάζονται έχοντας σαν κοινό παρανομαστή την αγάπη για τη φύση και την προστασία του περιβάλλοντος;

Είναι ένα κακοστημένο παιχνίδι, που έφτιαξαν κάποιοι αόρατοι μηχανισμοί. Το συμφέρον, κόντρα στο δικαίωμα του πολίτη να ταυτίζεται με την φύση και να διεκδικεί υπό όρους την τροφή του. Δυστυχώς, σε μια μεταλλαγμένη εποχή γεμάτη από κούφιες ιδέες, οι αντιδράσεις προς το κυνήγι δεν συνθέτουν κατ’ ανάγκη μια λογική αντιπαράθεση.

17. Πώς πήρατε την απόφαση να περάσετε χρόνιες, κόκκινες, διαχωριστικές γραμμές και να πάρετε συνέντευξη από τον κ. Άγγελο Αγγελέτο;

Ο κ. Αγγελέτος, μας έκανε την τιμή να μας παραχωρήσει μια συνέντευξη, διότι του αιτιολογήσαμε πολύ απλά, ότι πλάι στα δικά μας πιστεύω, πρέπει να συνυπάρχει και η αντίθετη άποψη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που πέρα από το χάσμα των ιδεολογιών μας για το κυνήγι, είναι γεμάτος από ευαισθησίες και άπλετη αγάπη για την πατρίδα του. Ο κυνηγετικός κόσμος τον γνωρίζει τυπικά ως πολέμιο του κυνηγιού, κι έτσι τον αντιμετωπίζει. Όμως, στους κόλπους της κυνηγετικής οικογένειας, υπάρχουν άτομα περισσότερο επικίνδυνα σε συμπεριφορές και σε πράξεις από τον κ. Άγγελο Αγγελέτο. Εάν ψάξετε προσεκτικά, θα τους αναγνωρίσετε.

18. Στο τεύχος της προηγούμενης εβδομάδας, υπάρχουν φωτογραφίες με εσάς και την εκλεκτή σας παρέα, μεταξύ των οποίων και ο κ. Μανώλης Κατσίπης με το γιο του. Η συνεύρεση ενός πατέρα με τον ανήλικο γιό του στον κυνηγότοπο, τί μηνύματα μας στέλνει;

Το μήλο πέφτει κάτω απ’ την μηλιά, κι όχι κάτω απ’ την αχλαδιά. Όταν ένα παιδί ακολουθεί τον πατέρα του στο κυνήγι, προκύπτει η συνέχεια, δηλαδή η ελπίδα για την ύπαρξη του παραδοσιακού κυνηγιού, σε καιρούς που κάποιοι το επιβουλεύονται παντί τρόπω.

19. Ποιά είναι η καλύτερη και η χειρότερη στιγμή που έχετε ζήσει στο κυνήγι;

Η καλύτερη όταν με συνόδευσαν οι κόρες και η σύζυγός μου στον κυνηγότοπο. Η χειρότερη, όταν γκρεμοτσακίστηκα και οι φίλοι μου με κατέβασαν με διπλό κάταγμα στο πόδι και με αφόρητους πόνους, επάνω σε αυτοσχέδιο φορείο απ’ το βουνό. Δεν θα ήθελα να θυμάμαι αυτή τη δυσάρεστη εμπειρία.

20. Ποιό είναι το αγαπημένο σας θήραμα;

Μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάτι, γιατί μου αρέσει να γεύομαι κάθε είδους κυνηγίου. Μόνο με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνομαι. Νοσταλγώ την πέρδικα, της οποίας το κυνήγι έχω εγκαταλείψει και έχω καψουρευτεί την μπεκάτσα, γιατί μου δίνει ελάχιστες ευκαιρίες να την «νικήσω». Όμως, καμαρώνω για τις φέρμες και τις τουφεκιές στα ορτύκια, τις στιγμές στον βάλτο για άγρια παπιά, αλλά και στο καρτέρι, για τις πολύ δύσκολες τουφεκιές στις φάσσες, στα τρυγόνια και στις τσίχλες.

21. Με τι όπλο επιλέγετε να το κυνηγάτε;

Μου έγινε συνήθειο η καραμπίνα, την οποία συχνά εγκαταλείπω, χρησιμοποιώντας ένα παραδοσιακό πλαγιόκαννο. Ελπίζω κάποτε να κυνηγάω μόνο μ’ αυτό.

22. Τί μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους Έλληνες κυνηγούς;

Να πάψουν να είναι υπερόπτες και ξερόλες. Τουλάχιστον εκείνοι που αδιαφορούν για τα πάντα ασκώντας κριτική για τα πάντα! Από μακριά βέβαια…

 

 Γιώργος Ξανθοπουλος

Συνέντευξη με τον κ. Νικήτα Κυπρίδημο

1.Που γεννηθήκατε και που ζήσατε τα παιδικά σας χρόνια;

 Γεννήθηκα στην Κύπρο το 1950, και έζησα στην Κύπρο και στην Αίγυπτο (η οικογένεια της μητέρας μου είναι Κασιώτες και όπως πολλοί από το νησί είχαν δουλειές στο κανάλι του Σουέζ).

2.Σε ποιά ηλικία είχατε την πρώτη σας επαφή με όπλο;

Η πρώτη μου μνήμη είναι από όπλο, συγκεκριμένα ένα παιχνίδι σπαθί με θήκη που το θυμάμαι ακόμη αρκετά έντονα, σε ηλικία 2 ή 3 ετών. Μετά, προβιβάστηκα σε ένα ζευγάρι χρυσά πιστόλια με ζώνη με διπλές θήκες. Αυτά μου κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν σε ηλικία 6 ετών κατά την επιστροφή μας από την Αίγυπτο στο λιμάνι της Λεμεσού. Ηταν εποχή της ΕΟΚΑ τότε και όλα τα πιστόλια, ακόμη και παιχνίδια ήταν απαγορευμένα. Με ανάγκασαν μάλιστα να παρευρίσκομαι στην καταστροφή των “όπλων” μου.

Η κατάσχεση ήταν μια έντονη εμπειρία που εκτός από το αίσθημα αδικίας έφερε και κάτι άλλο: την απόφαση ότι ποτέ ξανά δεν θα με αφόπλιζαν, επειδή θα μάθαινα πως να φτιάχνω όπλα μόνος μου, αυτά σε ηλικία 6 ετών με όλη την ένταση που μπορεί να αισθανθεί ένα παιδί.

3.Το κυνήγι ή τα όπλα σας κέρδισαν πρώτα;

Στην Κύπρο όπως και στην Αίγυπτο και τα δύο ήταν απόλυτα συνυφασμένα το ένα με το άλλο και με την ζωή μας, στην κάθε χώρα με άλλο τρόπο βέβαια.

Στην Αίγυπτο το κυνήγι ήταν σοβαρό χόμπυ, μέρος αυτό που σήμερα αποκαλούμε “ποιότητα ζωής” με εκλεκτά κυνηγοτόπια και σκοπευτήρια της παροικίας σε κάθε πόλη της Αιγύπτου, ήταν μια ενασχολία μιας οικονομικά εύρωστης και κοσμοπολίτικης παροικίας. Στην Κύπρο ήταν πιο γήινο το κυνήγι, μέρος της ευρύτερης αγροτικής κουλτούρας με μπόλικη δόση ανδροπρέπειας και το αναπόφευκτο χιούμορ. Στην Κύπρο άρχισα και την μανιώδη ανάγνωση των Κυνηγετικών Νέων. Από το 1958  μέχρι το 1963 που φύγαμε για Αγγλία είχα όλα τα τεύχη. Ο πατέρας του φίλου μου Κώστα Φιαλά ήταν πρόεδρος του σκοπευτικού συλλόγου Αμμοχώστου, τίτλο τιμητικό στην μικρή μας κοινωνία τότε.

4.Όλη αυτή την εμπειρία που έχετε αποκτήσει και την προσφέρετε απλόχερα σε όλους εμάς, οφείλεται σε σπουδές, πάθος, γνωριμία με σημαντικά πρόσωπα της βλητικής και κατασκευής όπλων ή είναι ένας συνδυασμός όλων αυτών;

Λίγο από όλα. Πήγαμε στην Αγγλία όταν ήμουν 13 χρονών και άρχισα γυμνάσιο εκεί. Στα 15 μας πέρασαν όλους από τεστ επαγγελματικού προσανατολισμού και δεξιοτήτων, Αγγλικό σύστημα γαρ…. Ανάμεσα σε 1200 μαθητές ήλθα πρώτος σε μηχανολογική κλίση. Όμως ως γόνος Ελληνοκυπριακής οικογένειας έπεσα θύμα της παγίδας “γιατρός ή δικηγόρος” και επέλεξα το δεύτερο.

Στη ζωή πάντα υπάρχουν συμπτώσεις και μια από αυτές ήταν ότι τον τελευταίο χρόνο σπουδών, το 1974, όταν δούλεψα σε μια βιομηχανία κατασκευής  ετοίμων ενδυμάτων ως βοηθός του σχεδιαστή πατρόν. Πρόκειται για βιομηχανική δουλειά που δεν έχει σχέση με μόδα, αφορά την μεγέθυνση και σμίκρυνση πατρόν από το αρχικό μέγεθος που φτιάχνουν οι σχεδιαστές σε νούμερο 12. Ο προϊστάμενος μου, ο Ρέτζ Στάμπ με έμαθε την σημασία της ακρίβειας στη δουλειά και την αγγλοσαξωνική εργασιακή ηθική της ποιοτικής δουλειάς ως αυτοσκοπό με αυταξία. “Αν αξίζει να το κάνεις, κάνε το καλά”  ήταν το μόττο του Ρέτζ.  Και βέβαια εκεί κατανόησα την σημασία αυτών που λέμε μέτρα στο όπλο διότι το κάθε σώμα είναι μοναδικό και δεν χωρά σε καλούπι μαζικής παραγωγής.

Πάντα υπήρχε η αγάπη για τα όπλα βέβαια και καθ’όλη την παραμονή  μου στην Αγγλία ασχολούμουν με λειόκαννα, αεροβόλα και το κυνήγι.  Αν μια στιγμή κάτι έκανε “κλικ” και άρχισα να μελετώ τα όπλα με την ίδια σοβαρότητα (ίσως και περισσότερη) από ότι αφιέρωσα στην Νομική ήταν το 1979 όταν διάβασα μια συγκριτική μελέτη των μηχανισμών δίκαννων όπλων και ήλθα αντιμέτωπος με μια φωτογραφία του μηχανισμού του Dickson Round Action. Η φωτογραφία κατεδάφισε τα ασφαλή στερεότυπα που όπως πολλοί κυνηγοί είχα ως οδηγό. Ξαφνικά κατανόησα ότι το όπλο είναι ένας κόσμος ολόκληρος που δεν μπορεί να κριθεί βάσει απλών συνταγών όπως “ολόκληρη ή μισή φωτιά”. Τότε άρχισα την πρωτογενή έρευνα και επισκέψεις σε εργοστάσια.

5.Πόσα εργοστάσια κατασκευής κυνηγετικών όπλων έχετε επισκεφτεί;

Στην Αγγία την δεκαετία του 1960 τα περισσότερα καταστήματα πώλησης όπλων ήταν συνάμα και εργοστάσια. Οι αδελφοί Wilkes στην οδό Μπήκ στο κεντρικό Λονδίνο απήχαν μισό χιλιόμετρο από το πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Η Cogswell and Harrison, Thomas Bland, Churchill, ήταν όλοι γείτονες.

Επισκέψεις σε εργοστάσια επί τούτου άρχισαν το 1982 όταν πήγα στο Γκαρντόνε με σκοπό να διερευνήσω την κατασκευή ενός πλαγιόκαννου φτιαγμένο ειδικά για την ελληνική αγορά. Στο Γκαρντόνε επισκέφθηκα δεκάδες εργοστάσια, ανάμεσα τους οι Beretta, Bernardelli, Perruigini Visini, Sabbatti, Piotti, Zanotti, Bettinsoli, Rizzini, Ferlib, Castellani, και πολλούς άλλους.

6.Πόσα χρόνια αρθρογραφείτε με θέμα το κυνήγι, την σκοποβολή και το λειόκαννο;

Άρχισα την αρθρογραφία πρώτα σε αγγλικά και αμερικανικά έντυπα από το 1980 και μετά. Το 1985 άρχισα το δικό μου περιοδικό, το Κυνήγι και Σκοποβολή.

7.Πείτε μου δυο λόγια για το περιοδικό που εκδίδατε.

Όποιος ξεκινά ένα κυνηγετικό περιοδικό στην Ελλάδα με σκοπό να κερδίσει πολλά λεφτά θα φάει τα μούτρα του. Ο εκδότης κυνηγετικού περιοδικού πρέπει να έχει την “τρέλα” και να συνδυάζει διάφορα ταλέντα και γνώσεις. Το “Κυνήγι και Σκοποβολή” είχε στόχο την συνέχιση της παράδοσης που άρχισαν τα “Κυνηγετικά Νέα”. Στα τεχνικά θέματα πιστεύω ότι τα κατάφερε. Δεν τα κατάφερε στα δημοσιογραφικά, όπως για παράδειγμα στις ανταποκρίσεις από την επαρχία και τις γελιογραφίες που είχαν τα παλιά “Κυνηγετικά Νέα” της δεκαετίας του 1950 και έδιναν μια ξεχωριστή ζωντάνια στο έντυπο.

Βέβαια ένα έντυπο δεν μπορεί να μην αντανακλά την “τρέλα” του εκδότη και αυτό εξηγεί την έμφαση που είχε το” Κυνήγι και Σκοποβολή” στα τεχνικά, στην βιολογία θηραμάτων, την γνήσια οικολογία, ακόμη και στην κυνηγετική κουζίνα που είναι για μένα βασικό συστατικό στην ηθική υπόσταση του κυνηγίου (αν δεν το τρώς τότε γιατί το σκοτώνεις;).

8.Πως κρίνετε τον έντυπο κυνηγετικό τύπο σήμερα;

Περνάμε μια φάση αλλαγών. Οι νέες τεχνολογίες επιβάλλουν αλλαγές. Δεν το έχουμε καταλάβει ακόμη αλλά η παλιά εκδοτική συνταγή δεν ισχύει πια. Οι νέες τεχνολογίες έχουν ουσιαστικά καταργήσει το σύστημα παραγωγής και διανομής εντύπων. Οπως όλες οι αλλαγές, πχ από λινοτυπία σε φωτοσύνθεση παλαιότερα, φέρνουν αλλαγές στο σύνολο του κλάδου. Η ηλεκτρονική διανομή μπορεί να παρακάμψει την διανομή του “χάρτινου περιοδικού” και να μειώσει το κόστος κατά 40 τοις εκατό (τόσο χρεώνει το πρακτορείο την διανομή περιοδικών!!!). Η ηλεκτρονική παραγωγή δεν απαιτεί την δαπάνη σε χαρτί, μελάνια τσίγκους κλπ. Ολα αυτά είναι θετικά για τον κλάδο και ανοίγουν τον εκδοτικό χώρο σε νέους ανθρώπους (σε ηλικία και σε μυαλά!) Επίσης τα νέα μέσα είναι άμεσα αμφίδρομα. Γράφεις ένα άρθρο στις 12μμ και στις 12.30 έχεις τρία σχόλια αναγνωστών.

Επίσης τα νέα μέσα επιβάλλουν και μια αυξημένη εξειδίκευση. Παράδειγμα τα Forums των αεροβόλων, των κυνόφιλων, που είναι μόνο η αρχή.

Το πρόβλημα με τον δικό μας χώρο, τον κυνηγετικό, είναι ότι είμαστε σαν χώρος συντηρητικός και υιοθετούμε νέες τεχνολογίες με κάποια καθυστέρηση σε σύγκριση με το σύνολο. Ομως σιγά σιγά θα πάμε και εμείς εκεί. Αυτό θα επηρεάσει τα περιοδικά εθνικής κυκλοφορίας.

Από την άποψη ύλης τα κυνηγετικά περιοδικά είναι πολύ ανώτερα σε σύγκριση με άλλα περιοδικά του ειδικού τύπου. Λόγω της συνεχούς διαμάχης με τους “αντί” αναγκαστήκαμε να ερευνήσουμε και να βρούμε πληροφορίες για την βιολογία των θηραμάτων, το νομικό πλαίσιο του κυνηγίου σε άλλες χώρες της Ε.Ε., ενώ μελετούμε με προσοχή κάθε επιχείρημα και μελέτη κάθε δυνητικά αντίπαλης ομάδας. Συχνά πιάνεις κυνηγετικό περιοδικό και νομίζεις ότι διαβάζεις επιστημονική επιθεώρηση. Αυτό δεν είναι καθόλου κακό. Και θέλω να πιστεύω ότι το “Κυνήγι και Σκοποβολή” έδρασε σαν καταλύτης σε αυτή την επιστημονική στροφή.

9.Οι κυνηγοί σήμερα έχουν θέληση για μάθηση όσον αφορά το κυνηγετικό λειόκαννο;

Ναι. Καμία στήλη δεν προκαλεί ανταπόκριση όσο οι ερωτήσεις απαντήσεις σε τεχνικά θέματα.

10.Περίπου πόσες ερωτήσεις λαμβάνετε τον μήνα και σε πόσες απαντάτε;

Στο “Εθνος Κυνήγι” γύρω στις 20 και στην Οπλογνωσία γύρω στις 50 και όλες λαμβάνουν απάντηση εκτός και αν χαθεί καμιά στο ταχυδρομείο ή περιέχει ανάρμοστο περιεχόμενο που αφορά παράνομα όπλα.

11.Ποιός θεωρείτε ότι είναι ο σημαντικότερος εφευρέτης του κυνηγετικού όπλου;

Όλοι ήταν σημαντικοί αλλά θα ξεχωρίσω τέσσερις:

Τον Frederic Beesley που εφηύρε τον μηχανισμό Purdey επειδή κατάφερε να δημιουργήσει μέσα στο περίβλημα του παραδοσιακού όπλου με ολόκληρες φωτιές έναν μηχανισμό που εκμεταλλεύεται ένα ελατήριο για να κάνει πολλαπλές δουλειές- ανοίγει το όπλο, ενεργοποιεί την σφύρα, και αφοπλίζει τον μηχανισμό- όταν αφαιρεθούν οι κάννες. Πρόκειται για μηχανολογικό θαύμα που περιέχεται πάνω σε μια πλάκα που αποκαλούμε φωτιά.

Ο δεύτερος είναι ο John Moses Browning, ο πιο παραγωγικός εφευρέτης όπλων που υπήρξε ποτέ, τρανό παράδειγμα του εφευρέτη της μηχανικής εποχής. Από μονόσφαιρα όπλα, σε πιστόλια, σε πολυβόλα, καραμπίνες αυτόματες και επαναληπτικές και βέβαια το μεγάλο Β25. Ολα είναι εφευρέσεις του Browning.

O William Baker ήταν μια διάνοια στην απλούστευση των μηχανισμών των κυνηγετικών όπλων. Εινα κάπως περιφρονημένος αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτε. Ο Baker εφηύρε το σύστημα Lancaster 12/20, απλοποίησε την φωτιά κάνοντας ένα ελατήριο σπιράλ να ενεργοποιεί την σφύρα και την σκανδάλη, έφτιαξε συστήματα μονής σκανδάλης, αυτόματων εξολκέων, αυτόματου ανοίγματος και έβαλε το ελικοειδές ελατήριο στην εικόνα του ποιοτικού όπλου.

Και βέβαια μνεία πρέπει να γίνει για τον  εμπνευστή του Dickson Round Action που είναι το πιο όμορφο δίκαννο που έχει κατσκευαστεί ποτέ. Και είναι όμορφο όχι επειδή είναι φτιασιδωμένο αλλά επειδή ο εσωτερικός μηχανισμός επιτρέπει την κύρτωση του εξωτερικού σχήματος, είναι μια λαμπρή περίπτωση αυτού που λέμε η μορφή ακολουθεί την λειτουργεία στην αισθητική. Οι επίσημοι εφευρέτες του Dickson είναι δύο, όμως λέγεται ότι ο πραγματικός εμπνευστής είναι ένας υπάλληλος που μετοίκησε στην Σκωτία από την Γερμανία.

12.Οι προσπάθειες για την κατασκευή κυνηγετικών όπλων  που έγιναν στην Ελλάδα γιατί δεν απέδωσαν;

Διότι το κράτος δυσχεραίνει την κατασκευή από ιδιώτες ενώ ο μοναδικός φορέας που μπορεί να ασχοληθεί, η Ε.Β.Ο., δεν διαθέτει στελέχη με τις ανάλογα βαθιές γνώσεις του κυνηγετικού όπλου . Η περιπέτεια που είχαν με τα κυνηγετικά όπλα που προσπάθησαν να κατασκευάσουν, το πλαγιόκαννο με τετραπλά κλειδιά αντίγραφο του σημερινού Fabarm και την καραμπίνα βασισμένη στην Franchi 612 λέει πολλά. Οταν προσπαθείς να μπεις σε μια αγορά όπου κυκλοφορόυν γίγαντες τύπου Beretta που ιδρύθηκαν το 1526, προσέχεις με ποιο κλειδί ανοίγεις τον πόρτα.  Το πλαγιόκαννο και η καραμπίνα ήταν ίσως τα χειρότερα “κλειδιά” για να ανοίξουν πόρτες μιας εξελιγμένης και άκρως ανταγωνιστικής αγοράς. Οι εταίροι μας οι Πολωνοί τα πήγαν πολύ καλά με ένα πλαγιόκαννο κοκοροτούφεκο φτιαγμένο ειδικά για το άθλημα της σκοποβολής τύπου Καουμπόυ, ένα νέο και δημοφιλές άθλημα στην Αμερική.

Αν προτείνεις στην Ε.Β.Ο. να βγει στην αμερικανική αγορά με κοκοροτούφεκο θα βάλουν τα γέλια διότι αυτοί θέλουν σοβαρά όπλα, καραμπίνα και δίκαννο, που βέβαια θα συγκριθεί αμέσως με τα Benelli και τα Beretta.

13.Πιστεύετε ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα να δούμε ελληνικό κυνηγετικό όπλο στους οπλοβαστούς των κυνηγετικών καταστημάτων;

Αν αφήσουν ήσυχους τους οπλουργούς που έχουν την γνώση και την δυνατότητα, ναι, μπορούν να κατασκευαστούν όπλα στην Ελλάδα. Άλλωστε ο Ντίνος Παπατσαρούχας έφτιαχνε πολύ καλά πλαγιόκαννα στην Ελλάδα κάνοντας αυτό που κάνουν πολλοί Άγγλοι πρωτοκλασάτοι κατασκευαστές: τελείωνε ημιτελή όπλα που έφερνε από την Ισπανία. Είναι ενδεκτικό ότι μεταχειρισμένο όπλο του Ντίνου εκτιμήθηκε στο κατάστημα της Holland and Holland από επαγγελματία εκτιμητή σε τιμή ίση με τιμή μεταχειρισμένου Holland.

Στην δεκαετία του 1950 αρκετοί Έλληνες κατασκευαστές έφτιαχναν αξιολογότατα μονόκαννα- Ο Θεόδωρος Παπαϊωάννου, οι Αδελφοί Φαρμάκη, ο Ζιγκλίνας, καθώς και ο πατέρας του κύριου Μιχάλη Κύργια του γνωστού εμπόρου από την Θεσσαλονίκη. Δείτε τις διαφημίσεις στα” Κυνηγετικά Νέα” της εποχής.

Αλλά στην Ελλάδα όταν πας να δημιουργήσεις, η κρατική μηχανή σε αντιμετωπίζει σαν ατμομηχανή και σου κολλά διάφορα αχρείαστα και άχρηστα βαγόνια να τραβάς. Ο μικρός επιχειρηματίας δεν μπορεί να αντέξει το βάρος της γραφειοκρατείας, τις εργατώρες που πρέπει να χαραμίσει απλά για να τηρεί την χαρτούρα που ζητάνε.

Ότι λίγη ελληνική κατασκευή έχει μείνει γίνεται έξω. Αναφέρομα σε τσοκάκια, και μικροεξαρτήματα. Είναι πιο εύκολο να τα δώσεις φασόν σε Ιταλό και μετά να τα εισάγεις ως ξένο προϊόν παρά να τα φτιάχνεις εδώ.  Άρα η ελπίδα δεν είναι αν θα φτιάξουμε όπλα στην Ελλάδα αλλά αν θα μας αφήσουν να τα φτιάξουμε. Να κλείσω την ερώτηση με μια υπενθύμιση, την διαφήμιση της Πειραϊκής Πατραϊκής: “Εκτός από το όπλο του και τα φυσίγγια, όλα όσα φέρει ο κυνηγός είναι προϊόντα της Π.Π.” Κάποτε φτιάχναμε σοβαρά προϊόντα, άρα μπορούμε ξανά.

14.Ποιό μηχανισμό όπλου, θεωρείτε αξεπέραστο ως προς την αντοχή, την αξιοπιστία και την λειτουργικότητά του;

Όλοι οι μηχανισμοί είναι συμβιβασμοί. Όσο πιο απλό το όπλο τόσο λιγότερους συμβιβασμούς περιέχει, άρα το μονόκαννο είναι το πιο μηχανικά καθαρόαιμο κατασκεύασμα, και στα μονόκαννα στρεφόμαστε  για την μέγιστη ευφυϊα και εφευρετικότητα και εκεί βρίσκουμε το Μαρτίνι και το BSA με μηχανισμό Baker.

Στο δίκαννο ομολογώ μια αδυναμία για το Dickson  για την ομορφιά του. Όμως στο πλαγιόκαννο είναι και μερικά άλλα στοιχεία που λείπουν για μια πιο απλή σύνθεση, όπως το κυλινδρικό κλειδί του Horsley, την χρήση ελικοειδών ελατηρίων όπως την  σχεδίασε ο Baker. (Ακούει η Ε.Β.Ο.;).

Αν με ανάγκαζαν να ονομάσω έναν μηχανισμό ως τον πιο αξιόπιστο, και εδώ το τέστ είναι απλό, με ποιό όπλο θα επέλεγα να αντιμετωπίσω επικίνδυνο θήραμα τότε το κοκοροτούφεκο θα ήταν η επιλογή για μέγιστη αξιοπιστία και ελάχιστη πιθανότητα δυσλειτουργείας. Όταν δεν υπάρχουν αυτοματισμοί το σύνολο είναι πιο αξιόπιστο.

Αν ο αντίπαλος όμως είναι πιάτα στο σκοπευτήριο τότε πάμε αλλου και εκεί ξεχωρίζει το Β25 και το Perazzi που έχουν αποδείξει την αντοχή τους αντέχοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανοιγοκλεισίματα και βολές.

15.Τα παραπάνω χαρακτηριστικά τα βρίσκουμε μόνο σε ακριβά κυνηγετικά όπλα;

Όχι, τα μονόκαννα είναι τα κατ’εξοχήν φθηνά όπλα όπως είναι και τα κοκοροτούφεκα. Παραλλαγές και απομιμήσεις του Β25 υπάρχουν στα 1.400 Ευρώ, και ανεκτά αντίγραφα του Perazzi στις 3.000 Ευρώ.

16.Τί πρέπει να προσέξει ένας υποψήφιος αγοραστής λειόκαννου;

Πρώτο και βασικό είναι η ασφάλεια όπως αυτή αποδεικνύεται από σφραγίδες δοκιμής και την φήμη του εργοστασίου αν είναι από χώρες που δεν έχουν θεσμοθετημένη δοκιμή.

Μετά έρχεται η ευθύτητα της κάννης. Η περίπτωση είναι μια στις δέκα χιλιάδες αλλά συμβαίνει και “στα καλύτερα σπίτια” και το όπλο με στραβή κάννη μπορεί να σε τρελάνει μέχρι να καταλάβεις τι φταίει.

Επειδή όλα τα σύγχρονα όπλα από καλούς κατασκευαστές είναι καλά, το επόμενο βήμα είναι η εφαρμογή του όπλου στα μέτρα και στα “χούγια” του κατόχου του. Η εφαρμογή είναι η καλύτερη επένδυση που μπορεί να κάνει ένας κυνηγός και σκοπευτής.

17.Τί πιστεύετε για την φετινή ρυθμιστική του κυνηγιού και τι θα αλλάζατε αν είχατε αυτή τη δυνατότητα;

Η ρυθμιστική είναι μια ετήσια περίοδος αχρείαστου άγχους. Οι Άγγλοι το 1995 κατήργησαν την άδεια κυνηγίου. Δεν καταργήθηκαν οι νόμοι, απλά η άδεια. Ο κυνηγός έχει υποχρέωση να κυνηγά τηρώντας τους νόμους όπως και παλιά, απλά δεν πληρώνει το ετήσιο χαράτσι της άδειας.

Καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα, και καμία πολιτεία των Η.Π.Α. ή του Καναδά δεν έχουν ρυθμιστική. Έχουν παγιωμένες ημερομηνίες για το  κάθε θήραμα. Αυτή η τακτική έχει κριθεί σύννομη με το ευρωπαϊκό κεκτημένο (σε ότι αφορά ευρωπαικά κράτη βέβαια). Τα δικά μας δικαστήρια βέβαια αποφάσισαν ότι επιβάλλεται ετήσια ρυθμιστική. Το συμπέρασμα αναπόφευκτα είναι ότι είτε εμείς είμαστε οι μόνοι σωστοί στην Ευρώπη και όλοι οι υπόλοιποι κάνουν λάθος, ή το αντίστροφο, διαλέγετε και παίρνετε.

18.Πως κρίνετε την στάση του Υ.Π.Ε.Κ.Α. και τις αντιδράσεις της Κ.Σ.Ε.;

Η Κ.Σ.Ε. κάνει ότι μπορεί ως συνδικαλιστικό όργανο των κυνηγών. Το Υ.Π.Ε.Κ.Α. στέλνει υφυπουργούς στις γιορτές μας, π.χ. κόψιμο πίττας όπου μας λένε “Μην μας βλέπετε σαν αντιπάλους, είμαστε στην ίδια πλευρά με εσάς” και μετά η υπουργός μας κακολογεί στα Μ.Μ.Ε.. Η κατάσταση είναι άκρως ελληνική με πολλή αχρείαστη ένταση και αντιπαλότητα που καταναλώνει ενέργεια και πόρους που θα έκαναν καλό αν πήγαιναν κάπου αλλού, π.χ. στην αύξηση του θηράματος.

19.Η γνώμη σας για τους οικολόγους και την οικολογία που ακούμε κάθε μέρα;

Οι άσπονδοι μου φίλοι, που μας τρομοκρατούν κάθε μέρα με καινούργια σενάρια καταστροφής από τα οποία βέβαια μόνο αυτοί μπορούν να μας σώσουν.

Έχω τέσσερις λάμπες οικολογικές που δεν μπορώ να πετάξω διότι υπάρχει κίνδυνος να μολύνω το σύμπαν με υδράργυρο. Αυτές τις αγόρασα όταν με έπιασαν κορόιδο οι διαφημίσεις τους. Πιστεύω ότι και άλλες χιλιάδες “οικολογικές λάμπες” παραμένουν στα συρτάρια σπιτιών ενώ ποιός ξέρει πόσες άλλες χιλιάδες έχουν πεταχτεί στις χωματερές. Και βέβαια κανείς δεν μπορεί να εγκαλέσει τους εμπνευστές αυτής της οικοβλακείας διότι στην κοινωνία μας όποιος έχει καλή πρόθεση χαίρει μιας ιδιάζουσας ασυλίας, έστω και αν τρώει δημόσιο χρήμα. Και να μην ξεχνάμε ότι ποτέ δεν ψηφίσαμε καμιά Μ.Κ.Ο. να συγκυβερνά την χώρα.

20.Ποιό είναι το αγαπημένο σας θήραμα;

Το αγριοκούνελο στο καρτέρι. Αυτή η σκιά που γλιστρά στους θάμνους σε αναγκάζει να σταθείς ακίνητος, αμίλητος, με τις αισθήσεις τεντωμένες και τότε, περιμένοντας το κουνέλι, αντιλαμβάνεσαι τη φύση πιο έντονα από ποτέ, το κουνέλι ξεχωρίζει την συμμετοχη στην φύση  από την απλή παρατήρηση της φύσης, τα δύο δεν είναι καθόλου όμοια. Μετά το κουνέλι η ιεράρχηση πάει στη φάσσα, μπεκάτσα περπατητή χωρίς σκύλο (ναι είναι εφικτό όπως έχουν μάθει αρκετοί συγκυνηγοί), ορτύκι και τσίχλα.

Και να πω ποιά θηράματα δεν κυνηγώ: τα υδρόβια διότι ο βάλτος δεν με τραβά καθόλου.  Δεν κυνηγώ λαγό, και πέρδικα διότι αυτά τα θηράματα πιστεύω τα δικαιούνται όσοι μπαίνουν στον κόπο να βγάλουν τα ανάλογα σκυλιά.

21.Με τι όπλο το κυνηγάτε;

Πρώτο τη τάξη είναι ένα Browning Citori διαμετρήματος 20 κατσκευής 1975. Δεύτερο είναι ένα Castellani πλαγιόκαννο 12άρι κατασκευής 1982, τρίτο ένα Baikal μονόκαννο 20άρι, τέταρτο ένα Martini Henry, 20άρι και αυτό, του 1868. Πρόσφατα απέκτησαν ένα κοκοροτούφεκο Cogswell and Harrison με κοκόρια διαμετρήματος 36 που θα δει δράση φέτος ελπίζω.

22.Ένα μήνυμα που θα θέλατε να στείλετε στους κυνηγούς;

Δεν μου αρέσουν τα κηρύγματα. Για γενική συμβουλή θα κάνω μια παράφραση δύο φράσεων του Τζον Κέννεντυ.

“Μην ρωτάς τι κάνει ο σύλλογος σου για σένα, αλλά τι κάνεις εσύ για τον σύλλογο σου.”

“Μην εκνευρίζεσαι όταν σε αδικούν, εκδικήσου” και αυτό μας φέρνει στην περίπτωση του Κόμματος Ελλήνων Κυνηγών, η ψήφος προς το ΚΕΚ είναι η καλύτερη απάντηση σε κάθε αδικία και ανυπόστατη κατασυκοφάντιση. Αν είχαμε έναν Ευρωβουλευτή κανείς και καμία δεν θα τολμούσε να κουνηθεί.

Και ένα τελευταίο. Το κυνήγι είναι πράξη όπου η απόλαυση και η αποτελεσματικότητα είναι αντίστροφα ανάλογες με την μαγκιά που επιδεικνύεται κατά την τέλεση της.

 

Γιώργος Ξανθόπουλος

Συνέντευξη με τον σύμβουλο της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Σερβίας

Απο καιρό, είχα την επιθυμία να βρεθώ και να συνομιλήσω με ενα μέλος του Κυνηγετικού Συλλόγου της Σερβίας και τελικά αυτή η στιγμή έφτασε. Λίγες μέρες πρίν, στη τηλεφωνική μου κλήση στο Σύλλογο, είχε απαντήσει ενας ευγενικός κύριος, στον οποίο φάνηκε εξαίρετη η ιδέα της συνέντευξης για λογαριασμό των Ελλήνων κυνηγών.   Η συνάντηση, κανονίστηκε απόγευμα, στο κέντρο του Βελιγραδίου, όπου και στεγάζεται ο Κυνηγετικός Σύλλογος Σερβίας, αντίστοιχος με την δική μας Κυνηγετική Συνομοσπονδία, μια που είναι η κεφαλή, όλων των συλλόγων της χώρας. Με υποδέχτηκε γεμάτος χαμόγελο, ο σύμβουλος του συλλόγου, κ. Αλεξάντερ Πάντελιτς και τον ακολούθησα στο γραφείο του, όπου θα είχαμε την συζήτησή μας.Πραγματικά ενθουσιώδης και γεμάτος όρεξη, άρχισε να απαντάει στις ερωτήσεις μου.

Πότε ιδρύθηκε o Κυνηγετικός Σύλλογος Σερβίας;

Ο Σύλλογος, ιδρύθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1896, ακολουθώντας την εντολή του τότε βασιλιά της Σερβίας, Μίλαν Ομπρένοβιτς, που έκρινε οτι ήταν αναγκαία η σύστασή του. Οπως καταλαβαίνετε, μιλάμε για πάνω απο 1 αιώνα παράδοσης.

Πόσα είναι τα μέλη του Συλλόγου σήμερα;

Αυτή τη στιγμή, αριθμούμε 86.000 μέλη.

Και ποιός είναι ο μέσος όρος της ηλικίας των μελών;

Ο μέσος όρος είναι τα 48 έτη και δυστυχώς, μόνο 10.000 μέλη είναι κάτω απο 28 ετών. Λέω δυστυχώς, γιατί ο κυνηγετικός κόσμος γερνάει και είναι φαινόμενο που απασχολεί 7.5 εκατ. κυνηγούς πανευρωπαϊκά, όχι μόνο τη Σερβία. Η νεολαία, έχει βρεί ενδιαφέρον στο διαδίκτυο και σε άλλα χόμπι, μέσα στα οποία δεν περιλαμβάνεται το κυνήγι. Εμείς κάναμε μία προσπάθεια να προσελκύσουμε νέα παιδιά στο κυνήγι, μέσω μίας εκπομπής που προβαλλόταν απο την δημόσια τηλεόραση, με ενα κύκλο 110 επεισοδίων, απο το 1992 εως το 2004. Στην εκπομπή, έγραφα το σενάριο και ήμουν παρουσιαστής, με θεατές στο στούντιο παιδιά απο 5 εως 12 ετών, που φυσικά αποτελούσαν το κυρίως κοινό στο οποίο απευθυνόμασταν και στοχεύαμε και σε κάθε επεισόδιο, παρουσιάζαμε ενα άγριο ζώο. Πιστεύω οτι ήταν επιτυχημένη και κάποια παιδιά τότε, σήμερα είναι ενημερωμένοι κυνηγοί.

Εν έτει 2010, με ποιούς τρόπους ο Σύλλογος, προσελκύει νέους κυνηγούς;

Υπάρχει εκδοτική εταιρεία για κυνηγετικά θέματα, με αξιόλογο έργο σε βιβλία, περιοδικά ακόμα και εγκυκλοπαίδειες, καθώς και τηλεοπτικές εκπομπές, με θέμα το κυνήγι και το ψάρεμα. Πιστεύω οτι προβάλλεται η πραγματική έννοια του κυνηγιού και θα φέρει νέα μέλη στην κυνηγετική μας οικογένεια.

Ποιά είναι η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί, ώστε να γίνει κάποιος κυνηγός;

Η διαδικασία είναι πολύ απλή. Ο υποψήφιος κυνηγός, πρέπει να διαβάσει και να μάθει, ένα βιβλίο, σχετικά με τα θηράματα, την σκόπευση και τις πρώτες βοήθειες. Σε οτι χρειαστεί, τον βοηθάει ένας έμπειρος κυνηγός και μόλις ολοκληρωθεί η εκπαίδευση του και αφού κλείσει τα 18 χρόνια, μπορεί να αποκτήσει όπλο και την άδεια του κυνηγού. Μαζί με την άδεια, παραλαμβάνει δωρεάν και το περιοδικό του συλλόγου, με τα πιο πρόσφατα κυνηγετικά νέα που τον αφορούν.

Η άδεια του κυνηγιού πόσο κοστίζει για να εκδοθεί;

Η άδεια, κοστίζει 100 ευρώ και ισχύει για μία μόνο περιοχή, απο τις 321 της Σερβικής Επικράτειας. Ο κυνηγός, ανάλογα με το τι θέλει να κυνηγήσει, επιλέγει και την περιοχή. Για τους νέους κυνηγούς που βγάζουν πρώτη φορά άδεια, υπάρχει και ενα επιπλέον κόστος 100 ευρώ, που είναι εφάπαξ. Με την άδεια, ο κυνηγός μπορεί να κυνηγήσει την Κυριακή, που είναι και η παραδοσιακή ημέρα του κυνηγιού.

Ποιές περιοχές προσφέρονται για κάποιο συγκεκριμένο θήραμα;

Για αγριογούρουνα, είναι ιδανικά πιστεύω στο Πάντσεβο, για ζαρκάδια στη Σρέμ, στη Σερβία σούμε, στη Βοϊβοντίνα σούμε και στο εθνικό πάρκο Τζέρνταμπ. Για πολλές πάπιες, αλλά και μερικές χήνες, στη Βόρεια Σερβία, όταν παγώνει ο καιρός. Για λαγό είναι ιδανικότατα, επίσης, στη βόρειο Σερβία, στη Βοϊβοντίνα και συγκεκριμένα, στη Μπάτσκα και στη βόρεια Μπάνατ, όπου υπάρχει η μεγαλύτερη πυκνότητα σε λαγό, σε ολη τη Σερβία. Ειδικά τα αγριογούρουνα, παρουσιάζουν μία αύξηση και μπορούμε να τα βρούμε, ακόμα και 2 χλμ εξω απο το Βελιγράδι. Απο πλευράς φυσικού κάλλους πάντως, η Σουμάδια στην κεντρική Σερβία, εκπλήσσει με τα βουνά και τα δάση της.

Ποιά θηράματα επιτρέπεται να κυνηγηθούν στη Σερβία και πόσα άτομα απο αυτά;

Στη Σερβία, το αγριογούρουνο κυνηγιέται χωρίς περιορισμό,  το ζαρκάδι εως 1 την ημέρα και αναλόγως του μεγέθους, μπορεί να υπάρξει και κόστος για την θήρευσή του, λαγός ένας την ημέρα, φασιανοί, φάσσες και τρυγόνια χωρίς περιορισμό, καμπίσιες πέρδικες 2 την ημέρα και επίσης επιτρέπονται ελάφια, αγριοκάτσικα, λύκοι, χήνες, πάπιες, ορτύκια, μπεκάτσες κτλ.

Με τι είδους όπλα, μπορεί να κυνηγήσει κανείς στη Σερβία;

Τα όπλα που χρησιμοποιούμε, είναι τόσο τα ραβδωτά όσο και τα λειόκαννα. Δεν υπάρχει πρόβλημα απαγόρευσης του ραβδωτού στη Σερβία. Ο μοναδικός περιορισμός που υπάρχει, είναι στις βολές, που πρέπει να είναι 2 σε όλα τα όπλα, ακόμα και στα αυτογεμή.

Πείτε μας σχετικά με την ποιότητα, αλλά και την ποσότητα των θηραμάτων.

Όλα τα μεγάλα ζώα, είναι πολύ καλής ποιότητας, εννοώντας, απο πλευράς μεγέθους και υγείας. Τα ελάφια, είναι μερικές χιλιάδες και οι αυστριακοί προτιμούν  να τα κυνηγήσουν στη Σερβία και οχι στη χώρα τους, παρ’ολο που έχουν και εκεί ελάφια και μάλιστα περισσότερα. Επίσης προτιμούν τα σέρβικα ζαρκάδια παρά τα αυστριακά, πάλι λόγω ποιότητας. Ζαρκάδια, με πολύ καλά χαρακτηριστικά και καλό αριθμό γεννήσεων, έχουμε στη Σερβία 110.000, εκ των οποίων 10.000 θηρεύονται κάθε χρόνο. Μπορούν μάλιστα να θηρευτούν ακόμα περισσότερα, χωρίς να δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα στον πλυθυσμό τους. Τα αγριοκάτσικα, θεωρούνται λίγα, αν αναλογιστούμε τις ιδανικές επικρατούσες συνθήκες και περιοχές. Ο λαγός, κατεξοχήν παραδοσιακό θήραμα της Σερβίας, υπάρχει σε μεγάλους πληθυσμούς και η πυκνότητά του στη κάθε περιοχή, ορίζει την περίοδο, καθώς και τις ημέρες θήρευσης του. Εξαρτάται καθαρά, απο τις γέννες της κάθε χρονιάς. Φασιανοί, εκτρέφονται αρκετοί και απελευθερώνονται κάθε χρόνο, σε αντίθεση με τις καμπίσιες πέρδικες, που όλος ο πλυθησμός τους, είναι αμιγώς άγριος. Υπάρχουν επίσης περισσότεροι απο 1000 λύκοι, αλλά με τον νέο νόμο, το κυνήγι του θα μπορεί να πραγματοποιηθεί κατόπιν προγραμματισμού με το Σύλλογο.

Ποιά ζώα που παρουσιάζουν αύξηση ή μείωση στον πλυθυσμό τους και γιατί συμβαίνει αυτό;

Τα αγριογούρουνα είναι σε αύξηση και αυτό οφείλεται στις καλλιέργειες που υπάρχουν με τις οποίες τρέφονται, αλλά και το ζεστό κλίμα, που έχει βοηθήσει στην εξάπλωσή του, όχι μόνο στη Σερβία, αλλά στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Επίσης, τα χωριά τα οποία εγκαταλείπονται, τους αφήνουν πολύ μεγάλο ζωτικό χώρο. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο άλλωστε, αυξάνονται και οι αρκούδες που αριθμούν 200 άτομα. Επιπλέον, οι χειμώνες που δεν έρχονται με τις τόσο χαμηλές θερμοκρασίες του παρελθόντος, βοήθησαν τα αγριογούρουνα να ωριμάζουν σεξουαλικά απο τα 20 μόλις κιλά και οι γέννες απο τα 2 μικρά, να μας δίνουν πλέον 5 ή ακόμα και 6 μικρά. Τελειώνοντας, η εξαφάνιση των τσοπανόσκυλων απο τα χωριά, έχει δημιουργήσει ενα πιο ήσυχο περιβάλλον, δίνοντάς τους την ευκαιρία να αναπαραχθούν ανενόχλητα.

Όσον αφορά τους θηρευτές και άρπαγες, σε τι πλυθησμούς βρίσκονται;

Αλεπούδες, υπάρχουν πολλές και οι κυνηγοί θηρεύουν αρκετές, σε ολόκληρη τη Σερβία. Το κυρίως πρόβλημα, είναι με τα τσακάλια. Ο συνδετικός κρίκος της αλεπούς, με τον λύκο. Δυστυχώς, το τσακάλι παρουσιάζει μία ραγδαία αύξηση και αυτό δημιουργεί προβλήματα σε άλλους πλυθησμούς ζώων και κυρίως των ζαρκαδιών. Υπήρχε απο τα πολύ παλιά χρόνια στην Ελλάδα, στη Βουλγαρία, στο Μαυροβούνιο και κατα μήκος όλων των ακτών της Αδριατικής. Το κακό, είναι οτι καταλαμβάνει πολύ μεγάλο ζωτικό χώρο και υπάρχουν πάρα πολλά  και στη Σερβία απο τα οποία, περίπου, 1000 άτομα θηρεύονται απο τους κυνηγούς. Παρατηρήσαμε, μετρώντας τους πλυθυσμούς του, οτι ερχόταν στη Σερβία κυρίως απο τη Βουλγαρία και μερικώς απο τη Ρουμανία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη Σερβία, είναι οι ανεξέλεγκτες χωματερές, που αποτελούν και χώρους έλκυσης και τροφής του τσακαλιού. Η Σερβία, δεν ακολουθεί τις οδηγίες για τις χωματερές που προτείνει η Ε.Ε. και έτσι, με αυτό τον τρόπο, το τσακάλι εξαπλώνεται. Είναι πολύ ανθεκτικό στους κρύους χειμώνες και επειδή τρέφεται σε χωματερές, αναπτύσσει ισχυρά αντισώματα, οπότε γίνεται σχεδόν άτρωτο. Έχει και ένα μοναδικό και απίστευτο χάρισμα. Όπως θα ξέρετε, το νεαρό ζαρκάδι, όταν γεννιέται δεν έχει μυρωδιά, για να μην μπορεί να ανιχνευτεί απο τους εχθρούς του. Το τσακάλι λοιπόν, έχει αυτό το μοναδικό χάρισμα, να το ανακαλύπτει και να το τρώει. Έτσι, αυξάνονται οι πλυθησμοί του και μειώνονται αυτοί του ζαρκαδιού. Την άνοιξη επιπροσθέτως, εκτός απο τα μικρά ζαρκάδια, τρώει μικρούς λαγούς και τα αυγά των εδαφόβιων πουλιών. Για να καταλάβετε πόσο μεγάλο κίνδυνο εγκυμονεί η αύξηση του τσακαλιού, στη Βουλγαρία, εξαιτίας της αύξησής του, δεν έχει μείνει ούτε ένα ζαρκάδι. Φοβόμαστε πολύ, μην συμβεί το ίδιο και στη Σερβία, ύστερα απο μερικά χρόνια. Επίσης στη Βουλγαρία υπάρχει μείωση και των λαγών εξαιτίας πάλι του τσακαλιού και ανησυχούμε και για αυτό.

Ο κυνηγετικός τουρισμός είναι σε ικανοποιητικά επίπεδα στη Σερβία;

Ναι, έχουμε αρκετούς κυνηγούς που έρχονται απο άλλες χώρες, γειτονικές και μη, για να κυνηγήσουν. Κυρίως Ιταλοί, που κυνηγούν πουλιά, Αυστριακοί, που προτιμούν ζαρκάδια και ελάφια, Ούγγροι, Γάλλοι, οι οποίοι λατρεύουν την μπεκάτσα βεβαίως, Γερμανοί και  Έλληνες τα τελευταία 15 χρόνια, με σαφή προτίμηση στα ζαρκάδια. Όλοι έρχονται μέσω κυνηγετικών τουριστικών γραφείων, που αναλαμβάνουν όλες τις γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πολλοί, προτιμούν επίσης τους φασιανούς, επειδή είναι ωραίο πουλί και υπάρχει σε μεγάλους αριθμούς στη Σερβία. Οι κυνηγοί, μπορούν να κυνηγήσουν με τα δικά τους όπλα και στο τέλος να πάρουν στη χώρα τους τα θηράματα, αλλά απαιτείται μία διαδικασία.

Πείτε μας λίγο για την προστασία που προσφέρουν οι κυνηγοί στο περιβάλλον.

Ο κάθε κυνηγός, με την παραλαβή της άδειάς του, έχει την υποχρέωση, να προσφέρει 5 μέρες εργασίας στον κυνηγετικό του σύλλογο. Η εργασία, περιλαμβάνει καταμέτρηση πουλιών και θηλαστικών, ρίψη σπόρων για δημιουργία φυτών κατάλληλων προς βρώση για αυτά, χτίσιμο, απο φυσικά υλικά, παρατηρητηρίων θηραμάτων και πολλά άλλα. Είναι μία ευγενής πράξη, που όλοι οι κυνηγοί κάνουν σας πληροφορώ με πολύ μεγάλη επιθυμία και όρεξη και αποφέρει μεγάλα και σημαντικά αποτελέσματα, στον φυσικό και θηραματικό πλούτο της χώρας μας. Δυστυχώς όμως, είναι κάτι που κινδυνεύει να μην γίνεται πλέον πράξη με τον ερχομό της νέας κυνηγετικής περιόδου, εξαιτίας μιας σειράς αποφάσεων της κυβέρνησης. Σε ολη την Ευρώπη, παρατηρούμε μία στροφή της κουλτούρας και αποστροφή για το κυνήγι. Με την εφαρμογή του νέου νόμου, το κυνήγι γίνεται πολύ γραφειοκρατικό και ο Σέρβος κυνηγός, απο ενα σεβαστό μέλος της κοινωνίας και προστάτης της φύσης, κινδυνεύει να γίνει απλά, αυτός που πληρώνει για την κυνηγετική άδεια. Έτσι πλέον ορίζεται και τίποτα άλλο. Στη Σερβία, οι άνθρωποι αγαπούν και το κυνήγι και τους κυνηγούς. Υπάρχει παράδοση. Για να καταλάβετε πόσα χάνει το κράτος απο την εφαρμογή του νέου νόμου, επιτρέψτε μου να σας φέρω ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα. 86.000 κυνηγοί επι 5 ημέρες δωρεάν οικειοθελούς εργασίας, μας κάνουν 430.000 εργάσιμες μέρες. Αν τέλος, τις πολλαπλασιάσουμε με 10 μόλις ευρώ, που είναι ο κατώτατος μισθός, τότε έχουμε σχεδόν 4.5εκατ. ευρώ χαμένα. Τα συμπεράσματα δικά σας. Επιπροσθέτως, πάλι με τον καινούριο νόμο, η πολιτεία, θα έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει και να ρυθμίζει 10 βασικούς νόμους, που διέπουν το κυνήγι και που μας ήρθαν απο την Ευρωπαϊκή Ένωση. Νόμοι, γραμμένοι απο ανθρώπους μακριά απο την φύση και άσχετους με το κυνήγι. Τρανό παράδειγμα, ο νόμος που θεσπίστηκε  για την προστασία της αρκούδας, στη Σλοβενία, που όμως τελικά εξαφανίστηκε. Τελειώνοντας, αξίζει να αναφερθώ και στην περίπτωση του λύκου, που μάλλον θα απαγορευτεί το κυνήγι του όπως το ξέραμε και θα γίνεται μόνο κατόπιν συννενόησης του Συλλόγου με την πολιτεία. Ο λύκος, τα παλαιότερα χρόνια, μπορούσε να εξολοθρευτεί και εξολοθρεύοταν, απο οποιονδήποτε κτηνοτρόφο, που έχανε τις κότες και τα πρόβατά του. Δεν τελούσε υπο καθεστώς προστασίας και όμως ποτέ δεν απειλήθηκε με εξαφάνιση. Ο καινούριος νόμος, βάζει τους λύκους υπο προστασία, ως θηλαστικά προς εξαφάνιση. Στη πραγματικότητα όμως, δεν ειναι έτσι και απο οτι ξέρω το ίδιο θέμα, υπάρχει και στην Ελλάδα. Στη Σερβία, ειχαμε καλούς αριθμούς λύκων και ο πλυθυσμός τους αυξανόταν, απο τότε που απαγορεύτηκε ο δηλητηριασμός τους απο τους κτηνοτρόφους. Τώρα που θα είναι υπο προστασία, δεν ξέρω αν θα βρεθεί, το σωστό μοντέλο φύλαξής τους. Αυτό, γιατί αν μπεί υπο προστασία και δεν κυνηγηθεί, οι αγέλες θα αυξηθούν, δημιουργώντας προβλήματα στους κτηνοτρόφους, οι οποίοι με τη σειρά τους για να προστατέψουν τις περιουσίες τους, θα πάρουν τα μέτρα τους, βάζοντας παράνομα δολώματα και δηλητήρια, σκοτώνοντας πολλούς λύκους με αυτόν τον τρόπο. Η γνώμη μου είναι, οτι η πολιτεία θα ήταν καλύτερα, να μην προστάτευε κανένα είδος ζώων. Τα είδη που μπαίνουν υπο προστασία, μετά απο λίγο καιρό, τα βλέπουμε στο κόκκινο βιβλίο των υπο εξαφάνιση ειδών. Στη χώρα μου, υπάρχει ισορροπία μεταξύ κυνηγών και θηραμάτων, γιατί οι πρώτοι νοιάζονται πραγματικά και τα προστατεύουν.

Οι κυνηγοί, πρέπει να είναι ιδιαιτέρως δυσαρεστημένοι για ολα αυτά.

Βεβαίως είναι. Μόνο απο τις χαμένες εργατοώρες, οι κυνηγοί βλέπουν να χάνονται επίσης και αυτές οι ωραίες μέρες, χωρίς κυνήγι, που βρίσκοταν κοντά στα ζώα, προστατεύοντάς τα.

Η ισορροπία στη φύση, σε συνάρτηση με τους κυνηγούς, πως ορίζεται κατά τη γνώμη σας;

Την ισορροπία, την ορίζουμε με ένα ισοσκελές τρίγωνο και οι τρείς πλευρές του  αντιστοιχούν, στον αριθμό των ζώων, στην περιοχή που καταλαμβάνουν και στους κυνηγούς. Αν ένα απο αυτά μεγαλώσει ή μικρύνει, τότε η ισορροπία χάνεται και μαζί της η αρμονία.

Πως αντιλαμβάνεστε το γενικότερο κλίμα που επικρατεί γύρω απο το κυνήγι;

Δυστυχώς, στις μέρες μας, επικρατούν η τηλεόραση και το διαδίκτυο. Κλέβει πολλές ώρες απο την νεολαία μας, η οποία δεν βρίσκει φαίνεται το ιδανικό περιβάλλον στο κυνήγι με όλα αυτά τα οποία γράφονται κατηγορώντας το. Κάποιοι νέοι που ακολουθούν τον αγνό δρόμο της φύσης και του κυνηγιού, το κάνουν είτε λόγω παράδοσης στην οικογένεια, είτε λόγω μεγάλου σεβασμού προς ένα παλιό οικογενειακό μέλος που ήταν κυνηγός. Ο κόσμος, πρέπει να καταλάβει, οτι οικολογία και κυνήγι είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους και μόνο μαζί, μπορούν να υπάρχουν και να βελτιώνονται.

Ποιό είναι το προφίλ του Σέρβου κυνηγού;

Ο Σέρβος κυνηγός, δεν ανήκει στην ελίτ της κοινωνίας όπως θέλουν να πιστεύουν μερικοί. Είναι άνθρωπος, που έχει δική του γη στο χωριό και την καλλιεργεί, κερδίζοντας κάποια χρήματα, συμπληρώνοντάς τα με εργασία σε κάποια άλλη επιχείρηση. Το 80-90%, είναι αγρότες απο χωριά. Το κυνήγι για τους Σέρβους, είναι τρόπος ζωής και κοινωνικής δικτύωσης. Μπορεί να νιώσει κάποιος άλλωστε, αν παρεβρεθεί σε κάποιο κυνηγετικό σύλλογο, την φιλία που υπάρχει και την έννοια της παρέας. Δέχονται πολύ εύκολα καινούρια μέλη, ταξιδεύουν συχνά και ανταλλάσσουν απόψεις και εμπειρίες.

Υπάρχει λαθροθηρία στη Σερβία; Αν ναι, πως την αντιμετωπίζετε;

Ασυνείδητοι οπλοφόροι, υπάρχουν και στη Σερβία και το αντιμετωπίζουμε, βάζοντας ελεγκτές σε όλους σχεδόν τους συλλόγους, χωρίς να αποκαλύπτουν την ιδιότητά τους στους υπόλοιπους κυνηγούς. Τη δεκαετία του 90, είχαμε πολλούς λαθροθήρες και κυρίως το ’92-’93, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων. Αυτό που είναι σημαντικό, είναι οι λαθροθήρες να τιμωρούνται όλοι το ίδιο αυστηρά, προκειμένου να σταλεί το μήνυμα, οτι λαθροθηρία δεν χωρά στο κυνήγι και χωρίς αυτήν, ο αριθμός του ορίου των θηρεύσιμων, θα μπορούσε να αυξηθεί. Όσο για τη θηροφυλακή, θα είναι πάντα ελλιπής, χωρίς τη συνδρομή των κυνηγών, που με τη σειρά τους πρέπει να είναι υπεύθυνοι των όσων κάνουν και να προστατεύουν το περιβάλλον.

Σε τι επίπεδο βρίσκεται η κυνολογία στη Σερβία;

Μπορώ να πω με βεβαιότητα, οτι η Σερβία έχει πάρα πολύ καλά κυνηγόσκυλα και αυτό οφείλεται στην αρχική, προσεκτική επιλογή σκύλων, που έγινε πρίν πολλά χρόνια. Όλα τα είδη, είναι πολύ καλά, με ξεχωριστή φυλή τον Σέρβικο κυνηγό, όπως ονομάζεται επίσημα, ή αλλιώς Βαλκάνατς. Τυγχάνει μεγάλης εκτίμησης απο τους Σέρβους κυνηγούς, αλλά και απο τους Έλληνες στη βόρειο Ελλάδα, που σέβονται τις ικανότητές του στο βουνό. Απο το σύνολο των σκύλων στη Σερβία, το 90% είναι καταχωρημένα με χαρτιά και το 20%  εξ’αυτών, είναι κυνηγόσκυλα. Στην έκθεση Κυνολογίας Βελιγραδίου, μπορεί να θαυμάσει κανείς, όλες τις φυλές και να τις εκτιμήσει απο κοντά.

Υπάρχουν δημόσιες και ιδιωτικές κυνηγετικές περιοχές;

Ναι υπάρχει αυτή η επιλογή και τα θηράματα βρίσκονται σε μεγάλους πλυθυσμούς και στις 2 περιπτώσεις. Το μέγεθος των κυνηγετικών περιοχών ποικίλλει απο 150.000 στρέμματα εως 1.000.000 και με τον νέο νόμο, οι δημόσιες κυνηγετικές περιοχές, μπορούν να ενοικιαστούν απο ιδιωτικές ή ιδιώτες, με τον όρο να είναι τουλάχιστον 20.000 στρέμματα συνεχούς έκτασης.

Πείτε μας δύο λόγια για τη θέση του υπεύθυνου στους κυνηγετικούς συλλογους.

Σε κάθε κυνηγετικό σύλλογο, υπάρχει ένας υπεύθυνος για όλες τις δραστηριότητες, ο οποίος είναι μόνιμος υπάλληλος και πρέπει να έχει σπουδάσει κτηνίατρος ή αγρονόμος και πρέπει να έχει άδεια για αυτή τη θέση, σύμφωνα με τον νόμο. Είναι πολύ σημαντική θέση με πολλές ευθύνες αλλά και μεγάλο προσφερόμενο έργο.

Για τους Έλληνες κυνηγούς, τι έχετε να πείτε;

Οι Έλληνες κυνηγοί το 1999, έστειλαν μεγάλη βοήθεια στη Σερβία, με πραγματικά πολύ ανθρώπινο και συγκινητικό τρόπο. Το λέω αυτό, γιατί κάθε Έλληνας κυνηγός, ονομαστικά, έβαλε σε ένα κουτί, τη δική του βοήθεια και την έστειλε. Δε μιλάω για κυνηγετικά είδη βέβαια, αλλά για ιατροφαρμακευτικά. Ήταν υψηλής ποιότητας και η βοήθεια και τα προϊόντα. Κάποιος προφανώς, πρότεινε αυτή την κίνηση και οι Έλληνες  κυνηγοί, ανταποκρίθηκαν μαζικά. Είχαν μαζευτεί τότε, 6 μεγάλα φορτηγά με φάρμακα και εξοπλισμό και η αξία τους, άγγιζε τα 2.000.000 γερμανικά μάρκα. Το ευχαριστώ βέβαια, είναι πολύ λίγο..

Ο κύριος Αλεξάντερ Πάντελιτς, είναι σύμβουλος του Κυνηγετικού Συλλόγου της Σερβίας, έχει σπουδάσει δασοκόμος, είναι ειδήμων στον τομέα της κυνηγετικής πανίδας και επίσης είναι ειδικός, του Διεθνούς Κυνηγετικού Συλλόγου SIS, στα μεγάλου μεγέθους θηράματα.

Γιώργος Ξανθόπουλος
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Τύπος-Κυνήγι» στις 5-5-2010